2107486937 | Κερασούντος 4, Αθήνα [email protected]
Select Page

Μια ποικιλία διαγνωστικών μεθόδων είναι διαθέσιμη στον ασθενή με νόσο της χοληδόχου κύστης και των χοληφόρων. Το 1924, η διάγνωση της χολολιθίασης βελτιώθηκε σημαντικά με την εισαγωγή της από του στόματος χολοκυστογραφίας. Για δεκαετίες, η μέθοδος αυτή αποτελούσε την κύρια εξέταση για τη διερεύνηση της χολολιθιασικής νόσου. Τη δεκαετία του 1950 αναπτύχθηκε το σπινθηρογράφημα των χοληφόρων και λίγο αργότερα η διαδερμική – διηπατική και ενδοσκοπική παλίνδρομη χολαγγειογραφία (PTC,ERCP). Με αυτές τις μεθόδους κατέστη δυνατή η απεικόνιση του χοληφόρου δέντρου με μεγάλη ευκρίνεια και παρείχαν τη δυνατότητα πραγματοποίησης θεραπευτικών χειρισμών. Μετά προστέθηκαν νέες μέθοδοι, όπως το υπερηχογράφημα, η υπολογιστική τομογραφία (CT) και ο μαγνητικός συντονισμός (MRI/MRCP), που βελτίωσαν εξαιρετικά τη δυνατότητα της αναίμακτης απεικόνισης του χοληφόρου δέντρου.

Εξετάσεις αίματος

Όταν οι ασθενείς με πιθανή νόσο στη χοληδόχο κύστη ή το εξωηπατικό χοληφόρο δέντρο βρίσκονται υπό διαγνωστική διερεύνηση, ένας πλήρης αιματολογικός έλεγχος, καθώς και εξετάσεις ηπατικής λειτουργίας, απαιτείται ως έλεγχος ρουτίνας. Η ανεύρεση αυξημένου αριθμού λευκοκυττάρων (WBC) δηλώνει ή εγείρει την υπόνοια της χολοκυστίτιδας. Εάν αυτό συνοδεύεται και με αύξηση της τιμής της χολερυθρίνης, της αλκαλικής φωσφατάσης και της αμινοτρανσφεράσης του ορού, τότε η χολαγγειίτιδα θα πρέπει να θεωρηθεί πιθανή. Η χολόσταση, που αποτελεί την παρεμπόδιση της ροής της χολής, χαρακτηρίζεται από την αύξηση των χολοστατικών ενζύμων στον ορό του αίματος (συζευγμένη μορφή χολερυθρίνης,  αμινοτρανσφεράσες,  αλκαλική φωσφατάση, γGT). Ωστόσο, οι αμινοτρανσφεράσες του ορού μπορεί να είναι σε φυσιολογικά ή ελαφρώς αυξημένα επίπεδα. Στους ασθενείς με κωλικό των χοληφόρων, οι αιματολογικές εξετάσεις τις περισσότερες φορές είναι φυσιολογικές. 

Ακτινογραφία κοιλίας 

Απλή ακτινογραφία
Απλή ακτινογραφία

Η απλή ακτινογραφία κοιλίας αποτελεί συχνά την αρχική ακτινολογική εξέταση η οποία πραγματοποιείται σε ασθενείς που προσέρχονται με οξύ πόνο στην κοιλιά. Γενικά, οι ακτινογραφίες κοιλίας έχουν χαμηλή ευαισθησία στη διάγνωση των προβλημάτων των χοληφόρων οδών. Οι χολόλιθοι αποτελούνται κυρίως από χοληστερόλη, η οποία είναι ακτινοδιαπερατοί. Μόνο το 10 έως 15% των χολολίθων περιέχουν επαρκές ασβέστιο ώστε να είναι ακτινοσκιεροί στις ακτινογραφίες κοιλίας. Σε σπάνιες περιπτώσεις, μπορούν να αποκομισθούν επιπρόσθετες χρήσιμες λεπτομέρειες (π.χ. αεροχολία, ασβέστωση της χοληδόχου κύστης). Οι ακτινογραφίες κοιλίας είναι χρησιμότερες για την διάγνωση ή τον αποκλεισμό της διάγνωσης άλλων αιτίων κοιλιακού πόνου.

Υπερηχογράφημα 

Υπερηχογράφημα - Χολολιθίαση
Υπερηχογράφημα – Χολολιθίαση

Το υπερηχογράφημα αποτελεί την πρωταρχική εξέταση σε κάθε ασθενή που υποβάλλεται σε διαγνωστική διερεύνηση των χοληφόρων. Πρόκειται για αναίμακτη μέθοδο που δεν προκαλεί πόνο στον ασθενή, δεν τον εκθέτει σε ακτινοβολία και μπορεί να πραγματοποιηθεί ακόμα και σε βαριά πάσχοντες ασθενείς στη μονάδα εντατικής θεραπείας. Η διαγνωστική του αξία συσχετίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις ικανότητες και την εμπειρία του εξεταστή γιατρού και είναι μέθοδος δυναμική. Οι παχύσαρκοι ασθενείς, οι ασθενείς με ασκίτη, καθώς και εκείνοι με διατεταμένο έντερο παρουσιάζουν διαγνωστικές δυσκολίες με το υπερηχογράφημα. 

Το υπερηχογράφημα μπορεί να καταδείξει λίθους στη χοληδόχο κύστη με ευαισθησία και ειδικότητα πάνω από 90%. Οι λίθοι είναι ακουστικά πυκνοί και αντανακλούν τα υπερηχητικά κύματα πίσω στο μηχάνημα εκπομπής των υπερήχων. Επειδή οι λίθοι εμποδίζουν τη διέλευση των ηχητικών κυμάτων στην περιοχή πίσω από αυτούς, παράγουν τη λεγόμενη ακουστική σκιά. Επίσης, οι λίθοι μετακινούνται κατά την αλλαγή της θέσης του σώματος. Όταν υπάρχουν αυτά τα δύο χαρακτηριστικά, η ακρίβεια του υπερηχογραφήματος στη διάγνωση των χολολίθων αγγίζει το 100%.  Αντίθετα, οι πολύποδες, ενώ επιδεικνύουν ακουστική σκιά, δεν μετακινούνται με αλλαγές της στάσης του σώματος. Μερικοί λίθοι σχηματίζουν μια ζώνη στη χοληδόχο κύστη, ενώ άλλοι αφήνουν ίζημα. Η πάχυνση του τοιχώματος της χοληδόχου κύστης με ταυτόχρονη ευαισθησία κατά τη ψηλάφηση του δεξιού υποχονδρίου υποδηλώνει την ύπαρξη χολοκυστίτιδας. Στην οξεία χολοκυστίτιδα το οίδημα οριοθετείται στο τοίχωμα της χοληδόχου κύστης ή ανάμεσα σε αυτή και το ήπαρ. Όταν ένας λίθος έχει ενσφηνωθεί στον αυχένα της κύστης, εκείνη διευρύνεται αρκετά και το τοίχωμά της γίνεται πολύ λεπτό. Αντίθετα, η χοληδόχος κύστη που είναι παχυτοιχωματική και σε μόνιμη σύσπαση, υποδηλώνει την χρόνια χολοκυστίτιδα.  

Υπερηχογράφημα - Χοληδόχου κύστης
Υπερηχογράφημα – Χοληδόχου κύστης

Τα εξωηπατικά χοληφόρα απεικονίζονται με ευκρίνεια με το υπερηχογράφημα, εκτός της τελικού τμήματος που βρίσκεται πίσω από τη δεύτερη μοίρα του δωδεκαδακτύλου. Η διάταση των χοληφόρων σε ασθενή με ίκτερο πιστοποιεί την ύπαρξη εμποδίου, που είναι και η αιτία του ικτέρου. Συχνά, το επίπεδο και, μερικές φορές, η αιτία του κωλύματος μπορούν να προσδιοριστούν με το υπερηχογράφημα. Οι μικροί λίθοι στον χοληδόχο πόρο συχνά εγκαθίστανται στο τελικό του άκρο, πίσω από το δωδεκαδάκτυλο και συνεπώς είναι δύσκολο να απεικονιστούν. Ένας διατεταμένος χοληδόχος πόρος στο υπερηχογράφημα, οι μικροί λίθοι στη χοληδόχο κύστη και η κλινική εικόνα του ασθενούς μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο λίθος ή οι λίθοι προκάλεσαν το κώλυμα. 

Ορισμένα στοιχεία ελαττώνουν τη διαγνωστική ακρίβεια του υπερηχογραφήματος για τον εντοπισμό των χολολίθων. Οι μικροί σε μέγεθος χολόλιθοι μπορεί να μην εμφανίζουν ακουστική σκιά. Επιπρόσθετα, η έλλειψη υγρού (χολής) γύρω από τους χολόλιθους (λίθος ενσφηνωμένος στον κυστικό πόρο, χοληδόχος κύστη πλήρης χολολίθων) εμποδίζουν επίσης τον εντοπισμό των λίθων. Οι παχύσαρκοι ασθενείς, οι ασθενείς με ασκίτη, καθώς και εκείνοι με αεροπλήθεια του εντέρου δε μπορούν να εξεταστούν ικανοποιητικά με το υπερηχογράφημα. Πάνω από όλα, το ποσοστό των ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων στη διάγνωση των χολολίθων με το υπερηχογράφημα κυμαίνεται στο 5%. 

Οι όγκοι γύρω από το φύμα του Vater είναι δύσκολο να διαγνωστούν με το υπερηχογράφημα. Ωστόσο, το υπερηχογράφημα μπορεί να είναι χρήσιμο στην εκτίμηση της διήθησης του όγκου και της ροής του αίματος στην πυλαία φλέβα, γεγονός που αποτελεί σημαντικό παράγοντα στην εκτίμηση της εξαιρεσιμότητας ή μη των όγκων γύρω από το φύμα του Vater. 

Χολοκυστογραφία 

Χολοκυστογραφία
Χολοκυστογραφία

Στα πλαίσια των διαγνωστικών δυνατοτήτων για τους χολόλιθους, η από του στόματος χολοκυστογραφία έχει αντικατασταθεί πλήρως από το υπερηχογράφημα. Περιλαμβάνει την από του στόματος χορήγηση μιας ραδιοσημασμένης ουσίας που απορροφάται, απεκκρίνεται από το ήπαρ και συγκεντρώνεται μέσα στη χοληδόχο κύστη. Οι λίθοι απεικονίζονται σε ακτινολογικό φιλμ, καθώς στο σημείο του λίθου δεν σημειώνεται πλήρωση στην εμφανιζόμενη θολή χοληδόχο κύστη. Η από του στόματος χολοκυστογραφία δεν έχει καμία διαγνωστική αξία στους ασθενείς με εντερική δυσαπορρόφηση, εμέτους, αποφρακτικό ίκτερο και ηπατική ανεπάρκεια.

Ενδοφλέβια  χολαγγειογραφία 

Πριν  από την  εισαγωγή   στην  κλινική πράξη των  νεότερων απεικονιστικών μεθόδων, η ενδοφλέβια χολαγγειογραφία αποτελούσε πολύτιμη εξέταση για  τον διαγνωστικό έλεγχο της κύριας χοληφόρου οδού. Θεωρήθηκε επικίνδυνη, λόγω των σοβαρών αλλεργικών αντιδράσεων που παρατηρήθηκαν στις  σκιαγόνες ουσίες. Η κλινική της αξία σήμερα, συγκριτικά με τις νεότερες διαγνωστικές μεθόδους, είναι  περιορισμένη.

Υπό το φως των νεότερων δεδομένων,  η χρηστικότητα της μεθόδου επανεξετάζεται, λαμβάνοντας υπόψη το σύγχρονο ακτινολογικό εξοπλισμό και την παρασκευή ασφαλέστερων σκιαγόνων ουσιών. Ενδέχεται  να  διαδραματίσει  αξιόλογο ρόλο στην προεγχειρητική εκτίμηση των ασθενών εκείνων, για τους οποίους υπάρχουν ισχυρές υποψίες για υποκείμενη  χοληδοχολιθίαση. Είναι τεχνικά επαρκής σε ποσοστό 70% των ασθενών. Σ’ αυτούς που η απεικόνιση του χοληδόχου πόρου γίνεται με επιτυχία,  η  διαγνωστική  ακρίβεια της μεθόδου δεν ξεπερνά το  60%.

Ραδιοϊσοτοπικό σπινθηρογράφημα χοληφόρων (HIDA Scan) 

Ραδιοισοτοπική - HIDA
Ραδιοισοτοπική – HIDA

Το σπινθηρογράφημα των χοληφόρων παρέχει μια αναίμακτη μέθοδο για την εκτίμηση του ήπατος, της χοληδόχου κύστης, των χοληφόρων και του δωδεκαδακτύλου, παρέχοντας πολύτιμες πληροφορίες τόσο για την ανατομία όσο και για τη λειτουργία τους. Τα σεσημασμένα με τεχνήτιο99m παράγωγα του διμεθυλαμινο-ακετοξικού οξέος (HIDA) χορηγούνται ενδοφλεβίως, προσλαμβάνονται από τα κύτταρα Kupffer του ήπατος και απεκκρίνονται στη χολή σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την έγχυση. 

Η πρόσληψη από το ήπαρ, τη χοληδόχο κύστη, το χοληδόχο πόρο και το δωδεκαδάκτυλο φυσιολογικά πραγματοποιείται μετά από 1 ώρα. Η βραδεία πρόσληψη του ιχνηθέτη από το ήπαρ υποδηλώνει νόσο του ηπατικού παρεγχύματος. Η μη απεικόνιση της χοληδόχου κύστης με άμεση πλήρωση του χοληδόχου πόρου και του λεπτού εντέρου συνάδει με απόφραξη του κυστικού πόρου. Η πλήρωση της χοληδόχου κύστης και του χοληδόχου πόρου μαζί με βραδεία ή καθόλου πλήρωση του εντέρου, υποδηλώνει κάποιο φραγμό στη τελική μοίρα του χοληδόχου πόρου. 

Η πρωταρχική ένδειξη του σπινθηρογραφήματος των χοληφόρων είναι η διάγνωση της οξείας χολοκυστίτιδας. Μολονότι χρησιμοποιείται λιγότερο συχνά για αυτήν την ένδειξη σε σχέση με το παρελθόν εξαιτίας της διαθεσιμότητας και της ακρίβειας του υπερηχογραφήματος, το σπινθηρογράφημα των χοληφόρων αναδεικνύει την απόφραξη του κυστικού πόρου, που είναι το πιο σταθερό και αξιόπιστο εύρημα στην οξεία χολοκυστίτιδα. Η μη απεικόνιση της χοληδόχου κύστης μία (1) ώρα μετά από τη χορήγηση του ραδιοϊσοτόπου, με πλήρωση του χοληδόχου πόρου και του δωδεκαδάκτυλου, είναι συμβατή με απόφραξη του κυστικού πόρου. Η αύξηση της πίεσης του σφιγκτήρα του Oddi και κατά συνέπεια της πίεσης των χοληφόρων με μορφίνη, μπορεί να αυξήσει την πλήρωση της χοληδόχου κύστης και να ελαττώσει τη συχνότητα των ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων. Η ευαισθησία και η ειδικότητα του σπινθηρογραφήματος των χοληφόρων στη διάγνωση της οξείας χολοκυστίτιδας είναι περίπου 95%. Τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα είναι αυξημένα σε ασθενείς με κινητικές διαταραχές του τοιχώματος της χοληδόχου κύστης, όπως επίσης στους βαριά πάσχοντες ασθενείς και στους ασθενείς που βρίσκονται σε παρεντερική σίτιση. 

Η πλήρωση της χοληδόχου κύστης και του χοληδόχου πόρου, με καθυστερημένη ή καθόλου πλήρωση του δωδεκαδακτύλου υποδηλώνει απόφραξη στο επίπεδο του φύματος του Vater. Διαφυγή χολής από το χοληφόρο δέντρο, ως επιπλοκή χειρουργικής επέμβασης στη χοληδόχο κύστη ή στα χοληφόρα, μπορούν να επιβεβαιωθούν και συχνά να εντοπιστούν με το σπινθηρογράφημα.

Αξονική τομογραφία 

Αξονική τομογραφία
Αξονική τομογραφία

Οι αξονική τομογραφία της κοιλίας έχει μεγαλύτερη ευαισθησία και ειδικότητα από το υπερηχογράφημα στην ανάδειξη των χολόλιθων. Η κύρια εφαρμογή της υπολογιστικής τομογραφίας είναι στο να καθορίσει την πορεία και την κατάσταση τόσο των εξωηπατικών χοληφόρων όσο και γειτονικών με αυτό ανατομικών δομών. Αποτελεί την εξέταση εκλογής για την αξιολόγηση των ασθενών με πιθανή κακοήθεια της χοληδόχου κύστης, των εξωηπατικών χοληφόρων ή των γειτονικών οργάνων, ιδιαίτερα της κεφαλής του παγκρέατος. Η υπολογιστική τομογραφία συμβάλλει καθοριστικά στη διαφορική διάγνωση του αποφρακτικού ικτέρου. Η σπειροειδής υπολογιστική τομογραφία παρέχει επιπρόσθετες πληροφορίες σχετικά με τη σταδιοποίηση των όγκων, συμπεριλαμβανομένης της αγγειακής συμμετοχής στους ασθενείς με όγκους στην περιοχή γύρω από το φύμα του Vater. 

Μαγνητική τομογραφία 

Μαγνητική τομογραφία
Μαγνητική τομογραφία

Η μαγνητική τομογραφία (MRI) παρέχει πολύτιμες πληροφορίες για την ανατομία του ήπατος, της χοληδόχου κύστης, των χοληφόρων και του παγκρέατος, παρόμοιες με αυτές που παίρνουμε με την υπολογιστική τομογραφία. Χρησιμοποιώντας την MRI με νεότερες τεχνικές και υλικά αντίθεσης, μπορούν να αποκτηθούν ακριβείς ανατομικές εικόνες των χοληφόρων και του παγκρεατικού πόρου. Έχει ευαισθησία και ειδικότητα 95% και 89% στη διάγνωση της χολολιθίασης και της χοληδοχολιθίασης, αντίστοιχα. 

Μαγνητική χολαγγειοπαγκρεατογραφία (MRCP)

MRCP
MRCP

Με την αλματώδη εξέλιξη της βιοϊατρικής τεχνολογίας, στον κατάλογο των μη επεμβατικών μεθόδων προστέθηκε και η MRCP Η τεχνική της βασίζεται στη χρησιμοποίηση ακολουθιών με βαρύ Τ2 προσανατολισμό, με αποτέλεσμα, αφενός, την ενίσχυση του μαγνητικού σήματος των υγρών που βρίσκονται στα χοληφόρα αγγεία και του εκφορητικού συστήματος του παγκρέατος και, αφετέρου, τη συμπίεση του μαγνητικού σήματος των γειτονικών ιστών. Έτσι, απεικονίζονται μόνο οι περιοχές που περιέχουν υγρό, χωρίς να απαιτείται η ενδοφλέβια χορήγηση σκιαγόνου ουσίας. 

Η MRCP είναι μη επεμβατική μέθοδος και εμφορείται από ποσοστό επιτυχίας 95%. Είναι σε θέση να δώσει τουλάχιστον τόσες διαγνωστικές πληροφορίες όσες η διαγνωστική ERCP Υλοποιείται χωρίς τη χρήση ιονίζουσας ακτινοβολίας και δεν απαιτείται χορήγηση σκιαγόνου ουσίας, ούτε και ηρεμιστικών φαρμάκων. Δεν παρουσιάζει επιπλοκές και δεν απαιτείται μεγάλη εξειδίκευση του εξεταστή. Απεικονίζει τα χοληφόρα αγγεία και τον παγκρεατικό πόρο, τόσο κεντρικά όσο και περιφερικά μιας στένωσης και ανεξάρτητα από το βαθμό της. Το γεγονός αυτό έχει δεσπόζουσα σημασία για τους ασθενείς εκείνους με πολλαπλές στενώσεις των χολαγγείων και στους οποίους απαιτείται ένα πλήρες χολαγγειογράφημα για το σχεδιασμό τού θεραπευτικού πλάνου. 

Η MRCP μειονεκτεί επειδή έχει μειωμένη διακριτική ικανότητα, γεγονός που περιορίζει σημαντικά την ανάλυση μιας στενωτικής περιοχής. Επίσης, δεν μπορεί να απεικονίσει τους μικρούς, μη διατεταμένους, κλάδους τού χοληφόρου δικτύου και του παγκρεατικού πόρου, καθώς και τις αποτιτανώσεις. Αντενδείκνυται σε ασθενείς με βηματοδότη, μεταλλική ενδοπρόθεση και κλειστοφοβία. Δεν υπόκειται σε τεχνικούς περιορισμούς, ακόμα κι όταν έχουν  προκύψει ανατομικές αλλαγές στην άνω κοιλία, όπως για παράδειγμα σε πυλωρική στένωση, σε γαστρεκτομή με Billroth II ΓΕΑ και χολοπεπτική αναστόμωση.

Η καταιγιστική εξάπλωση της λαπαροσκοπικής χολοκυστεκτομής αναζωπύρωσε το ενδιαφέρον των χειρουργών για την προεγχειρητική επιλογή των ασθενών με χοληδοχολιθίαση. Είναι σίγουρο ότι η MRCP θα αντικαταστήσει στο εγγύς μέλλον σε μεγάλο βαθμό τη διαγνωστική ERCP και θα συμβάλλει αξιόπιστα στην ορθή επιλογή των ασθενών εκείνων που θα πρέπει να υποβληθούν προεγχειρητικά σε ERCP και ενδοσκοπική σφιγκτηροτομή, για την αφαίρεση των λίθων από το χοληδόχο πόρο. Η  χρήση τής MRCP στο μέλλον θα εξαρτηθεί όχι μόνο από τη διαγνωστική της ακρίβεια, αλλά και από τη διαθεσιμότητα της μεθόδου και το κόστος με το οποίο θα παρέχονται οι πληροφορίες.

Η MRCP έχει μεγαλύτερη ευαισθησία από τους υπερήχους και την αξονική τομογραφία στη διάγνωση της χοληδοχολιθίασης. Η ευαισθησία της στην ανάδειξη της χοληδοχολιθίασης είναι 72-95%, η ειδικότητα 98% και η διαγνωστική ακρίβεια 94%. 

Τα σκιαστικά ελλείμματα μέσα στα χοληφόρα αγγεία δεν οφείλονται πάντοτε σε λίθους, αλλά και σε θρόμβους, νεοπλασματικό ιστό ή αέρα, ο οποίος πάντα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε προηγηθείσα σφιγκτηροτομή και σε χολαγγειίτιδα. Κατά συνέπεια, διαγνωστικοί περιορισμοί της MRCP είναι η αεροχολία, η αιμοχολία και η παρουσία μεταλλικών αγκτήρων (clips) στην κοίτη της αφαιρεθείσης χοληδόχου κύστης, που προκαλούν τεχνικά λάθη (artifacts). 

Η MRCP υστερεί στη διάγνωση των πολύ μικρών λίθων και της λασπώδους χολής, ειδικά όταν η χοληδόχος κύστη είναι συνεσπασμένη. Δεν αξιολογεί επίσης τη βατότητα του κυστικού πόρου και τη λειτουργικότητα της χοληδόχου κύστης.

Διαδερμική διηπατική χολαγγειογραφία (PTC)

PTC
PTC

Τα διατεταμένα ενδοηπατικά χοληφόρα αγγεία μπορούν να παρακεντηθούν διαδερμικά διηπατικά, χρησιμοποιώντας μια λεπτή βελόνα υπό ακτινοσκοπική καθοδήγηση. Μέσω αυτής ενίεται σκιαγόνος ουσία και απεικονίζεται ακτινολογικά το χοληφόρο δένδρο σε όλη την έκταση (χολαγγειογραφία). Εφόσον καθοριστεί η θέση του χοληδόχου πόρου, εισάγεται ένας συρμάτινος οδηγός και πάνω από αυτόν διέρχεται ένας πλαστικός καθετήρας. Διαμέσου του καθετήρα, μπορεί να πραγματοποιηθούν θεραπευτικές παρεμβάσεις, όπως είναι η αφαίρεση λίθων, λιθοτριψία μεγάλων λίθων, διαστολές στενεμένων χοληφόρων, τοποθέτηση ενδοπροθέσεων (stents) και χολαγγειοσκόπηση. Η διαδερμική διηπατική χολαγγειογραφία (PTC) κατέχει μικρό ρόλο στη διαχείριση των ασθενών με μη επιπλεγμένη χολολιθιασική νόσο, αλλά είναι ιδιαίτερα χρήσιμη στους ασθενείς με στενώσεις και όγκους στα χοληφόρα αγγεία. Όπως συμβαίνει με κάθε επεμβατική μέθοδο, υπάρχουν και για την PTC δυνητικοί κίνδυνοι και επιπλοκές. Πρόκειται κυρίως για αιμορραγία, χολαγγειίτιδα και διαρροή χολής.

Ενδοσκοπική παλίνδρομη χολαγγειογραφία (ERCP)

ERCP
ERCP

Με το ενδοσκόπιο πλάγιας όρασης, μπορεί να καθετηριαστεί ο χοληδόχος πόρος και να χορηγηθεί η σκιαγόνος ουσία, υπό συνεχή ακτινοσκοπικό έλεγχο. Με τον τρόπο αυτόν απεικονίζεται με μεγάλη ευκρίνεια όλο το χοληφόρο δένδρο και το εκφορητικό σύστημα του παγκρέατος. Στα πλεονεκτήματα της ενδοσκοπικής παλίνδρομης χολαγγειογραφίας (ERC) συγκαταλέγονται η απεικόνιση της περιοχής γύρω από το φύμα του Vater και η άμεση πρόσβαση μέσα στον ηπατοχοληδόχο πόρο, καθιστώντας δυνατές τις θεραπευτικές παρεμβάσεις. Σε ασθενείς με λίθους στο χοληδόχο πόρο και ιδιαίτερα σε εκείνους  με αποφρακτικό ίκτερο, χολαγγειίτιδα ή λιθιασική παγκρεατίτιδα, η ERC είναι μέθοδος διαγνωστική και αποτελεί τη θεραπεία πρώτης επιλογής. 

Όταν με την ενδοσκοπική χολαγγειογραφία αναδεικνύονται λίθοι μέσα στα χοληφόρα, γίνεται ενδοσκοπική σφιγκτηροτομή και αφαιρούνται οι λίθοι. Στα χέρια των ειδικών ιατρών – ενδοσκόπων, το ποσοστό επιτυχίας του καθετηριασμού του πόρου και της χολαγγειογραφίας  ανέρχεται στο 98%. Οι επιπλοκές της ERCΡ, ως διαγνωστικής και θεραπευτικής μεθόδου, περιλαμβάνουν την παγκρεατίτιδα και τη χολαγγειίτιδα, οι οποίες εμφανίζονται σε ποσοστό 5% των ασθενών.

Ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα

Ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα
Ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα

Το ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα απαιτεί τη χρήση ενός ειδικού ενδοσκοπίου με υπερηχητικό μορφομετατροπέα στην κορυφή του. Τα αποτελέσματα εξαρτώνται από την εμπειρία του χειριστή, αλλά η μέθοδος προσφέρει μια μη επεμβατική απεικόνιση των χοληφόρων πόρων και των γειτονικών ανατομικών δομών. Το ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα έχει ιδιαίτερη αξία στην εκτίμηση των όγκων και του βαθμού, στον οποίο αυτοί είναι εξαιρέσιμοι. Με το ειδικό ενδοσκόπιο παρέχεται η δυνατότητα λήψης βιοπτικού υλικού από ύποπτες βλάβες υπό υπερηχητική καθοδήγηση. Επιπλέον, το ενδοσκοπικό υπερηχογράφημα χρησιμοποιείται για να ανιχνεύσει λίθους στον χοληδόχο πόρο. 

error: ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΜΕΝΟ!!