2107486937 | Κερασούντος 4, Αθήνα [email protected]
Select Page
Χολόλιθοι
Χολόλιθοι

Οι πέτρες στη χολή (χολόλιθοι) αντιπροσωπεύουν την αδυναμία ορισμένων ουσιών που σε φυσιολογικές συνθήκες είναι διαλυμένες στη χολή, κυρίως της χοληστερόλης και των αλάτων ασβεστίου, να διατηρηθούν σε διαλυμένη κατάσταση, με συνέπεια να υποστούν καθίζηση. Οι σημαντικότερες ουσίς που περιέχονται στη χολή είναι η χολερυθρίνη, τα χολικά άλατα, τα φωσφολιπίδια και η χοληστερόλη.

Ανάλογα με την περιεκτικότητα σε χοληστερόλη οι χολόλιθοι ταξινομούνται, είτε ως αμιγώς χοληστερινικοί είτε ως χολοχρωστικοί είτε ως μεικτοί. Οι λίθοι από χολοχρωστικές ταξινομούνται περαιτέρω σε μέλανες ή φαιούς. Ανεξάρτητα από τη σύνθεση, όλοι οι χολόλιθοι παράγουν παρόμοια κλινική εικόνα.

Χολική λάσπη
Χολική λάσπη

Σημαντικός παράγοντας για το σχηματισμό των χολολίθων διαδραματίζει η λεγόμενη χολική λάσπη. Ο όρος χολική λάσπη των χοληφόρων αναφέρεται στο μίγμα των κρυστάλλων χοληστερόλης, κοκκιδίων χολερυθρινικού ασβεστίου και ενός στρώματος γέλης από βλέννα. Αυτή συνήθως ανευρίσκεται σε καταστάσεις παρατεταμένης νηστείας ή σε ασθενείς που υποβάλλονται σε ολική παρεντερική διατροφή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Και οι δύο αυτές καταστάσεις σχετίζονται με τη δημιουργία χολολίθων σε μεγάλο ποσοστό. Η ανεύρεση μακρομοριακών συμπλεγμάτων βλέννας και χολερυθρίνης, όμοια με τη λάσπη των χοληφόρων στον κεντρικό πυρήνα των περισσότερων χοληστερινικών χολολίθων, υποδηλώνει ότι η χολική λάσπη λειτουργεί ως πυρήνας για την ανάπτυξη των χολολίθων. 

Χοληστερινικοί χολόλιθοι
Χοληστερινικοί χολόλιθοι

Χολnστεριvικοί χολόλιθοι. Οι αμιγώς χοληστερινικοί λίθοι (περιεκτικότητα σε χοληστερόλη μεγαλύτερη του 95%) είναι σπάνιοι και απαντώνται με συχνότητα μικρότερη από το 10% όλων των χολολίθων. Αυτοί εμφανίζονται ως μονοί, μεγάλοι λίθοι με λείες επιφάνειες. 

Το 80% των χολολίθων είναι μεικτής σύστασης και αποτελούνται από χοληστερόλη, άλατα ασβεστίου και χολοχρωστικές. Η χοληστερόλη καταλαμβάνει το κύριο μέρος των χολολίθων και αποτελεί το 70% των στοιχείων τους.  

Οι χοληστερινικοί λίθοι συνήθως είναι πολλαπλοί, ποικίλου μεγέθους, σπανιότατα έχουν διάμετρο μεγαλύτερη από 2 εκατοστά, μπορεί να είναι σκληροί, πολυεδρικοί ή ακανόνιστοι, να έχουν σχήμα μούρου και να είναι μαλακοί. Οι χρωματισμοί τους ποικίλλουν από ασπροκίτρινο σε πράσινο προς μαύρο. Οι περισσότεροι λίθοι χοληστερόλης είναι ακτινοδιαπερατοί και η ακτινοσκιερότητά τους εξαρτάται από την περιεκτικότητα σε ασβέστιο. Λιγότερο από το 10% των λίθων αυτών είναι ακτινοσκιεροί. 

Χοληστερινικός χολόλιθος
Χοληστερινικός χολόλιθος

Η παθογένεση των χοληστερινικών χολολίθων είναι πολυπαραγοντική και περιλαμβάνει τρία στάδια: 1) τον υπερκορεσμό της χολή σε χοληστερόλη, 2) την πυρήνωση των κρυστάλλων και 3) την επαύξηση του λίθου. Είτε πρόκειται για αμιγείς λίθους χοληστερόλης ή για μεικτής σύστασης, το κοινό πρωταρχικό γεγονός στο σχηματισμό τους είναι ο υπερκορεσμός της χολής σε χοληστερόλη.

Για τους λίθους υψηλής περιεκτικότητας σε χοληστερόλη, υπάρχει διαταραχή της σύνθεσης της χολής αναφορικά με τα στοιχεία «χοληστερόλη», «χολικά άλατα» και «λεκιθίνη». Η αυξημένη παραγωγή χοληστερόλης, η ελαττωμένη παραγωγή χολικών αλάτων ή και τα δύο μαζί, αποτελούν θεμελιακούς παράγοντες της λιθογένεσης. Σε όλα τα χολολιθιασικά άτομα η χολή που παράγεται είναι υπερκορεσμένη σε χοληστερόλη, ανεξάρτητα από το αν η αιτία είναι η αυξημένη παραγωγή χοληστερόλης ή η μειωμένη παραγωγή χολικών αλάτων. 

Μικκύλιο
Μικκύλιο

Είναι γνωστό ότι η χοληστερόλη που εκκρίνεται στη χολή βρίσκεται με τη μορφή κυστιδίων χοληστερόλης – φωσφολιπιδίων. Επίσης, η χοληστερόλη διατηρείται διαλυμένη στη χολή με τη μορφή των μικκυλίων, που αποτελούν ένα σύμπλοκο σχηματισμό συζευγμένων χολικών αλάτων – φωσφολιπιδίων – χοληστερόλης. Η παρουσία των κυστιδίων και μικκυλίων στο ίδιο υδατικό διαμέρισμα επιτρέπει τη μεταφορά της χοληστερόλης από τα κυστίδια χοληστερόλης-φωσφολιπιδίων προς τα μικκύλια. Η υπερέκκριση χοληστερόλης υπερβαίνει την ικανότητα των μεταφορέων αυτών να διατηρήσουν τη χοληστερόλη σε διαλυτή μορφή μέσα στη χολή, με αποτέλεσμα τον υπερκορεσμό της χολής σε χοληστερόλη. 

Ο υπερκορεσμός της χολής σε χοληστερόλη έχει σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια ασταθής κατάστασης, η οποία προάγει την καθίζηση της χοληστερόλης και το σχηματισμό κρυστάλλων. Για να επιτευχθεί η καθίζηση αυτή, θα πρέπει να συνυπάρχουν επιπλέον παράγοντες, οι οποίοι, είτε θα προάγουν είτε θα εμποδίσουν την πυρήνωση της χοληστερόλης και θα οδηγήσουν στο σχηματισμό των χολολίθων.

Η πυρήνωση είναι η διαδικασία εκείνη κατά την οποία σχηματίζονται στερεοί κρύσταλλοι μονοϋδρικής χοληστερόλης. Καθώς η χολή βρίσκεται μέσα στη χοληδόχο κύστη, η χοληστερόλη και τα φωσφολιπίδια των κυστιδίων μεταφέρονται στα μικκύλια. Τα φωσφολιπίδια μεταφέρονται πιο εύκολα από τη χοληστερόλη κι αυτό οδηγεί σε περίσσεια χοληστερόλης στα εναπομείναντα κυστίδια. Τα πλούσια σε χοληστερόλη κυστίδια συσσωρεύονται για να σχηματίσουν μεγάλα πολυπέταλα κυστίδια υγρού, τα οποία στη συνέχεια καθιζάνουν σαν μικροσκοπικοί κρύσταλλοι μονοϋδρικής χοληστερόλης. 

Η υπερκορεσμένη σε χοληστερόλη χολή αποτελεί ένα ασταθές συμπύκνωμα, μέσα στο οποίο συσσωρεύονται μικροσκοπικοί κρύσταλλοι και δημιουργούνται μακροσκοπικοί κρύσταλλοι. Η ταχύτητα ανάπτυξης των κρυστάλλων αυτών εξαρτάται από το βαθμό κορεσμού της χολής σε χοληστερόλη. Ορισμένοι παράγοντες συμπεριλαμβανομένων των γλυκοπρωτεϊνών της βλέννας, των ανοσοσφαιρινών και της τρανσφερρίνης διευκολύνουν την καθίζηση της χοληστερόλης. 

Για να αναπτυχθεί ο χολόλιθος χρειάζεται ένας πυρήνας, γύρω από τον οποίο θα συγκεντρωθούν οι κρύσταλλοι της χοληστερόλης. Όταν υπάρχει μεγάλος κορεσμός της χολής σε χοληστερόλη, τότε οι ίδιοι οι κρύσταλλοι της χοληστερόλης μπορούν να αποτελέσουν το λιθογόνο πυρήνα, αλλιώς χρειάζεται ένας άλλος λιθογόνος πυρήνας που μπορεί να προέρχεται από άλλες πηγές. Έτσι, στο κέντρο των χολολίθων, ως πυρήνες έχουν βρεθεί μόρια χολερυθρίνης, λιπαρών οξέων, ασβεστίου, λευκωμάτων και βέβαια ξένα σώματα.

Για να προκαλέσουν οι χολόλιθοι κλινικά συμπτώματα, πρέπει να αποκτήσουν ικανό μέγεθος, ώστε να δημιουργήσουν μηχανική βλάβη στη χοληδόχο κύστη ή απόφραξη σε κάποιο σημείο του χοληφόρου δένδρου. Η αύξηση του μεγέθους των λίθων μπορεί να γίνει με δύο τρόπους: α) με προοδευτική μεγέθυνση των μεμονωμένων κρυστάλλων ή λίθων με εναπόθεση επιπλέον αδιάλυτου ιζήματος στη θέση επαφής χολής – λίθου και β) σύντηξη των μεμονωμένων κρυστάλλων ή λίθων προς το σχηματισμό ενός μεγαλύτερου λίθου.  

Βλέννα. Στη λιθογένεση σημαντική είναι και η συμβολή της βλέννας, που εκκρίνεται από το τοίχωμα της χοληδόχου κύστης. Έχει παρατηρηθεί ότι στη χολολιθίαση υπάρχει αυξημένη έκκριση βλέννας από το τοίχωμα της χοληδόχου κύστης, πριν ακόμα από το σχηματισμό των χολολίθων. Η βλέννα αυτή μέσα στη χοληδόχο κύστη χρησιμεύει, είτε σαν λιθογόνος πυρήνας, είτε σαν εστία υποδοχής και καθίζησης των κρυστάλλων χοληστερόλης. Ακόμη, η χοληδόχος κύστη είναι η εστία παραγωγής των περισσότερων λιθογόνων πυρήνων από τοιχωματικά κύτταρα, βακτηρίδια και χολοχρωστικές. 

Χολολιθίαση - Χοληδοχολιθίαση
Χολολιθίαση – Χοληδοχολιθίαση

Κινητικότητα. Ο βλεννογόνος της χοληδόχου κύστης και η κινητική της λειτουργία διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο στο σχηματισμό των χολολίθων. Είναι γνωστό ότι οι διαταραχές της κινητικότητας του μυϊκού τοιχώματος της χοληδόχου κύστης (που μπορεί να οφείλεται σε ενδογενή πάθηση του μυϊκού τοιχώματος ή σε ορμονική διαταραχή, όπως της χολοκυστοκινίνης, ή σε διαταραχή του νευρικού ελέγχου) επιβραδύνουν την κένωση της χοληδόχου κύστης και αυξάνουν το χρόνο παραμονής της χολής μέσα σε αυτή. Ο σχηματισμός λίθων λαμβάνει χώρα σε κλινικές καταστάσεις όπου υπάρχει κινητική αδράνεια της χοληδόχου κύστης, όπως σε μακροχρόνια νηστεία, σε παρατεταμένη παρεντερική σίτιση και σε ασθενείς με όγκους που παράγουν σωματοστατίνη ή σε όσους παίρνουν θεραπεία με σωματοστατίνη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Αυξημένη συχνότητα χολολιθίασης παρατηρείται μετά από βαγοτομή (διατομή των πνευμονογαστρικών νεύρων), γιατί στις καταστάσεις αυτές υπάρχει διαταραχή στην κινητικότητα και καθυστερημένη κένωση της χοληδόχου κύστης. 

Φλεγμονή. Η φλεγμονή του τοιχώματος της χοληδόχου κύστης αποτελεί ένα ουσιαστικό παράγοντα για το σχηματισμό των χολολίθων. Ειδικότερα, ενώ ο φυσιολογικός βλεννογόνος της χοληδόχου κύστης δεν απορροφά τα χολικά άλατα, η απορρόφησή τους ενισχύεται από το φλεγμαίνον βλεννογόνο. Στη χολοκυστίτιδα, με το μηχανισμό της απορρόφησης των χολικών αλάτων και την υπερέκκριση βλέννας, δημιουργούνται μέσα στη χοληδόχο κύστη συνθήκες υπερκορεσμένης σε χοληστερόλη χολής και συνεπώς αυξημένης λιθογένεσης. 

Ασβέστιο. Είναι γνωστό ότι τα άλατα ασβεστίου με τη μορφή ανθρακικού άλατος, φωσφορικού άλατος, παλμιτικού άλατος ή με τα ανιόντα χολερυθρίνης, βρίσκονται σε όλους τους χοληστερινικούς λίθους. Η καθίζηση των ανιόντων αυτών ως αδιάλυτα άλατα ασβεστίου δρα ως πρωταρχική εστία για το σχηματισμό των χοληστερινικών χολολίθων. 

Διατροφή. Στους μηχανισμούς λιθογένεσης συνεπικουρούν και διάφοροι άλλοι προδιαθεσικοί παράγοντες, που έχουν σχέση με τη διατροφή, όπως είναι η παχυσαρκία, η υπερθερμιδική δίαιτα και η ταχεία απώλεια σωματικού βάρους. Η αυξημένη πρόσληψη χοληστερόλης με την τροφή αυξάνει την περιεκτικότητα της χολής σε χοληστερόλη και συνεπώς δημιουργεί υπερκορεσμένη χολή. Είναι βεβαιωμένο ότι η παχυσαρκία  γενικά συνδυάζεται με αυξημένη συχνότητα χολολιθίασης, λόγω της πρόσληψης μεγάλων ποσοτήτων χοληστερόλης με τις τροφές και αυξημένης ενδογενούς σύνθεσης χοληστερόλης. Το ίδιο συμβαίνει και σε κάθε υπερθερμιδική δίαιτα, ακόμα κι όταν δεν υπάρχει παχυσαρκία. 

Αξίζει επιπλέον να αναφερθεί ότι η παραγωγή υπερκορεσμένης σε χοληστερόλη χολής σχετίζεται με τα μεσοδιαστήματα νηστείας, μεταξύ των γευμάτων. Πράγματι στις περιόδους νηστείας ο ρυθμός έκκρισης της χοληστερόλης μέσα στη χολή ελαττώνεται πολύ λιγότερο συγκριτικά με ό,τι συμβαίνει στα χολικά οξέα και στη λεκιθίνη. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τον υπερκορεσμό σε χοληστερόλη της χολής που παράγεται σ’ αυτά τα χρονικά διαστήματα. Επιπρόσθετα, στα μεσοδιαστήματα των γευμάτων ένα μέρος των χολικών οξέων παγιδεύεται μέσα στη χολή με αποτέλεσμα τη πτώση της στάθμης των χολικών οξέων μέσα στη χολή. 

Ορμόνες. Ακόμη, για τον σχηματισμό των χολολίθων έχουν ενοχοποιηθεί και διάφοροι ορμονικοί παράγοντες. Πράγματι, η χολολιθίαση είναι συχνή σε άτομα που πάσχουν από διαβήτη, υπερθυρεοειδισμό, που παίρνουν αντισυλληπτικά και σε εγκυμονούσες γυναίκες. Τα οιστρογόνα και η προγεστερόνη παίζουν πολλαπλούς ρόλους, επηρεάζοντας τη σύσταση της χολής με την αύξηση της χοληστερόλης και το βαθμό κορεσμού της στη χολή. Επίσης, τα οιστρογόνα μειώνουν την κινητικότητα της χοληδόχου κύστης, προδιαθέτοντας έτσι σε στάση, σχηματισμό χολικής λάσπης και λιθογένεση. Τα από του στόματος αντισυλληπτικά προδιαθέτουν προς χολολιθίαση. Οι προσταγλανδίνες, με την αυξημένη παραγωγή βλέννας, ασκούν μεν προστατευτική δράση στο στομάχι, προάγουν όμως με τον τρόπο αυτό τη λιθογένεση. Έτσι, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα που ελαττώνουν την παραγωγή των προσταγλανδινών, ασκούν ευεργετική δράση στην πρόληψη του σχηματισμού των χολόλιθων σε προδιατεθειμένα άτομα, ελαττώνοντας την παραγωγή βλέννας. η αναγωγή παγκρεατικού υγρού από το χοληδόχο πόρο προς τη χοληδόχο κύστη, η λειτουργική αδράνεια του τελικού ειλεού.

Απόφραξη. Κάθε παρεμπόδιση της ροής της χολής από το ήπαρ προς το δωδεκαδάκτυλο δημιουργεί στάση χολής μέσα στο χοληφόρο δένδρο με αποτέλεσμα διαταραχή στην παραγωγή των χολικών αλάτων και των φωσφολιπιδίων. Οι αλλαγές αυτές μειώνουν τη διαλυτότητα της χοληστερόλης στη χολή, με αποτέλεσμα την καθίζηση και το σχηματισμό λίθων. Έτσι ξηγείται ο σχηματισμός χολολίθων που παρατηρείται σε καλοήθεις στενώσεις των χοληφόρων. Ακόμα, σε γυναίκες σε κατάσταση εγκυμοσύνης παρατηρείται αυξημένη συχνότητα χολολιθίασης, επειδή μετά το 4ο μήνα της κύησης πιέζεται η χοληδόχος κύστη από το έμβρυο και εμποδίζεται η φυσιολογική κένωση. 

Αναγωγή παγκρεατικού υγρού. Στους μηχανισμούς λιθογένεσης έχει ενοχοποιηθεί η αναγωγή παγκρεατικού υγρού από το χοληδόχο πόρο προς τη χοληδόχο κύστη. Στις περιπτώσεις αυτές, η περιεχόμενη θρυψίνη διαταράσσει την κολλοειδική ισορροπία και η φωσφολιπάση Α που περιέχεται στο παγκρεατικό υγρό μετατρέπει τη λεκιθίνη σε λυσολεκιθίνη, η οποία είναι τοξική.

Μικτοί χολόλιθοι
Μικτοί χολόλιθοι

Συμπερασματικά, γίνεται σαφές ότι η διαταραχή της διαλυτότητας της χοληστερόλης, των φωσφολιπιδίων και των χολικών αλάτων στη χολή έχει σαν αποτέλεσμα το σχηματισμό χολολίθων. Ακόμη, είναι γνωστό ότι η αρχική θέση  που σχηματίζονται οι χολόλιθοι είναι η χοληδόχος κύστη καθόσον μέσα σ’ αυτή συμβαίνουν οι διαταραχές της διαλυτότητας, αλλά είναι και ο τόπος παραγωγής ή ύπαρξης λιθογόνων πυρήνων ή στάσης της  χολής. Η πρωτοπαθής λιθίαση στους χοληφόρους πόρους είναι σπάνια και δημιουργείται σε ειδικές καταστάσεις (π.χ. σύνδρομο Caroli, παρασιτικές νόσοι). Οι περισσότεροι λίθοι που ανευρίσκονται μέσα στον ηπατοχοληδόχο πόρο, παράγονται στη χοληδόχο κύστη και μεταναστεύουν σε αυτό δια του κυστικού πόρου.

Μαύροι χολόλιθοι
Μαύροι χολόλιθοι

Χολοχρωστικοί χολόλιθοι.  Οι χολοχρωστικοί λίθοι κατηγοριοποιούνται σαν μέλανες (μαύροι) ή φαιοί χολόλιθοι και αποτελούν το 20% των χολολίθων. Οι λίθοι αυτοί περιέχουν λιγότερο από 20% χοληστερόλη και είναι σκουρόχρωμοι εξαιτίας του χολερυθρινικού ασβεστίου. Λόγω της περιεκτικότητας σε ασβέστιο 50% από αυτούς είναι ακτινοσκιεροί. Οι λίθοι που αποτελούνται αμιγώς από χολοχρωστικές είναι σπάνιοι και συνήθως συνοδεύουν αιμολυτικές καταστάσεις ή χολοκυστίτιδες που σχετίζονται με E. Coli. Η επίπτωση είναι ίδια σε άνδρες και γυναίκες και σε μαύρους και λευκούς.

Χολοχρωστικοί χολόλιθοι
Χολοχρωστικοί χολόλιθοι

Για τους χολόλιθους από χολοχρωστικές, ο μηχανισμός παραγωγής είναι τελείως διαφορετικός από εκείνο που ισχύει για τους χοληστερινικούς. Στους χολοχρωστικούς λίθους το κύριο συστατικό είναι τα άλατα του ασβεστίου και η μη συζευγμένη (έμμεση) χολερυθρίνη. Επομένως για το σχηματισμό τους απαιτείται χολή υπερκορεσμένη σε έμμεση χολερυθρίνη. Για να γίνει αυτό θα πρέπει, είτε: α) να εκκρίνεται από το ήπαρ προς τη χολή μεγάλη ποσότητα έμμεσης χολερυθρίνης, όπως συμβαίνει στις αιμολυτικές αναιμίες και τη κίρρωση, είτε β) να υπάρχει βακτηριδιακή λοίμωξη στα χοληφόρα με E. Coli ή Ascaris Lmbricoides, οπότε το ένζυμο β-γλυκουρονιδάση που παράγεται από αυτούς τους μικροοργανισμούς διασπά τη συζευγμένη (άμεση) χολερυθρίνη και παράγεται η αδιάλυτη στο νερό έμμεση χολερυθρίνη. Αυτή κατακρημνίζεται μαζί με το ασβέστιο και σχηματίζεται ο χολόλιθος. Πράγματι, ο έλεγχος με ηλεκτρονικό μικροσκόπιο αναδεικνύει ότι το 90% των χολερυθρινικών χολολίθων αποτελούνται από πυκνά μίγματα βακτηριδίων και βακτηριακών γλυκοκαλύκων μαζί με συμπαγείς χολοχρωστικές. Έτσι αποδεικνύεται ότι τα βακτήρια έχουν κύριο ρόλο στο σχηματισμό χολερυθρινικών χολολίθων και αυτό βοηθά επίσης στο να εξηγηθεί γιατί οι ασθενείς με χολερυθρινικούς χολόλιθους παρουσιάζουν σήψη συχνότερα σε σχέση με όσους έχουν χοληστερινικούς χολόλιθους.

Γενικά, οι μέλανες και οι φαιοί χολοχρωστικοί λίθοι έχουν ελάχιστα κοινά χαρακτηριστικά και θα πρέπει να θεωρούνται ξεχωριστές οντότητες. 

Μέλανες χολόλιθοι
Μέλανες χολόλιθοι

Οι μέλανες (μαύροι) χολοχρωστικοί λίθοι είναι συνήθως μικροί διαμέτρου 2-5mm, εύθρυπτοι, πισσοειδείς, ανομοιόμορφοι και, μερικές φορές, ακανθωτοί. Σχηματίζονται από τον υπερκορεσμό της χολής σε χολερυθρινικό ασβέστιο, ανθρακικά και φωσφορικά άλατα και σχετίζονται δευτερογενώς με αιμολυτικές παθήσεις, όπως είναι η κληρονομική σφαιροκυττάρωση και η δρεπανοκυτταρική αναιμία, καθώς και με την κίρρωση. Όπως και οι χοληστερινικοί λίθοι, έτσι και αυτοί σχηματίζονται μέσα στη χοληδόχο κύστη και δε σχετίζονται με μολυσμένη χολή. 

Η μη συζευγμένη (έμμεσος) χολερυθρίνη, ως μη υδατοδιαλυτή, είναι πολύ λιγότερο διαλυτή στη χολή απ’ ό,τι η συζευγμένη (άμεσος) μορφή. Η απόζευξη της αμέσου χολερυθρίνης συμβαίνει φυσιολογικά στη χολή με χαμηλό ρυθμό. Τα αυξημένα επίπεδα χολερυθρίνης, όπως συμβαίνει στις αιμολυτικές παθήσεις, οδηγούν σε αυξημένη παραγωγή μη συζευγμένης (εμμέσου) μορφής. Η κίρρωση, επίσης, προκαλεί αυξημένη απέκκριση μη συζευγμένης (εμμέσου) χολερυθρίνης. Στις προαναφερόμενες καταστάσεις που έχουμε αυξημένα επίπεδα μη συζευγμένης (εμμέσου) χολερυθρίνης στη χολή,  παρατηρείται και καθίζηση των αλάτων ασβεστίου. 

Μικτοί Χολόλιθοι
Μικτοί Χολόλιθοι

Οι φαιοί χολοχρωστικοί λίθοι έχουν μέγεθος μικρότερο από 1 cm, γαιώδη σύσταση, χρώμα καφέ-κίτρινο και είναι λείοι και μαλακοί. Μπορούν να σχηματίζονται είτε στη χοληδόχο κύστη ή στους χοληφόρους πόρους, συνήθως δευτερογενώς μιας μικροβιακής λοίμωξης, που σαν αιτία είχε τη στάση της χολής. Το χολερυθρινικό ασβέστιο που έχει καθιζάνει και τα κυτταρικά σώματα των μικροβίων συνθέτουν το κύριο τμήμα του φαιού χολοχρωστικού λίθου. Όπως προαναφέρθηκε, τα βακτήρια, όπως η Escherichia coli, απεκκρίνουν τη β-γλυκουρονιδάση, η οποία διασπά το γλυκουρονίδιο της χολερυθρίνης και παράγεται ασταθής μη συζευγμένη χολερυθρίνη. Η τελευταία καθιζάνει με το ασβέστιο και μαζί και με τα νεκρά κύτταρα των μικροβίων σχηματίζουν τους μαλακούς φαιούς λίθους στα χοληφόρα.

 Οι φαιοί λίθοι περιέχουν περισσότερη χοληστερόλη και παλμιτικό ασβέστιο και δημιουργούνται σαν πρωτογενείς λίθοι του χοληδόχου πόρου, κυρίως σε ασθενείς με διαταραχές της κινητικότητας των χοληφόρων και συνοδό μικροβιακή μόλυνση. Επίσης, εμφανίζονται ως πρωτοπαθείς λίθοι του χοληφόρου συστήματος στους ασθενείς με στένωση των χοληφόρων ή σε περιπτώσεις με  κοινούς χολόλιθους που προκαλούν στάση και μικροβιακή μόλυνση. 

error: ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΜΕΝΟ!!