Select Page

Εισαγωγή

Σε ασθενείς με λειτουργική ακεραιότητα του πεπτικού σωλήνα, που αδυνατούν να προσλάβουν τροφή διά της φυσικής οδού, παρουσιάζονται σοβαρά θρεπτικά ελλείμματα. Οι ασθενείς αυτοί χρήζουν υποστήριξης της θρέψης και οπωσδήποτε η εντερική τεχνητή σίτιση πλεονεκτεί από κάθε άποψη έναντι της παρεντερικής διατροφής. Μέχρι πρότινος, η χειρουργική γαστροστομία και νηστιδοστομία αποτελούσε το μοναδικό και καθιερωμένο τρόπο πρόσβασης στον πεπτικό σωλήνα για τεχνητή σίτιση. Αυτή όμως χαρακτηρίζεται από υψηλό ποσοστό νοσηρότητας που φθάνει το 32% των ασθενών και θνητότητα που κυμαίνεται μεταξύ 2 –21% των ασθενών.

Στις μέρες μας, εκτιμήθηκε στο μέτρο της αξίας της η ανάγκη της θερμιδικής κάλυψης των βαριά πασχόντων ασθενών. Έχει πλέον αναγνωριστεί η αναγκαιότητα της διατήρησης των ενεργειακών ισοζυγίων σε ασθενείς που αδυνατούν να σιτισθούν διά της φυσικής οδού. Έγινε επίσης αντιληπτό ότι, για να είναι αποτελεσματικές οι διάφορες θεραπευτικές μέθοδοι (ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία) και για να ελαττωθεί η εγχειρητική θνητότητα σε ασθενείς με σοβαρά προβλήματα θρέψεως, θα έπρεπε όχι μόνο να τηρηθούν τα υδατοηλεκτρολυτικά ισοζύγια, αλλά επίσης να παρασχεθεί η αναγκαία θερμιδική κάλυψη. Έτσι μόνο οι ασθενείς θα μπορούσαν να αντεπεξέλθουν τόσο στις ενεργειακές τους ανάγκες όσο και στην ενδογενή παραγωγή δομικών και υψηλής βιολογικής αξίας λευκωμάτων (π.χ. ένζυμα, αντισώματα).

Από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα είχαν επινοηθεί χειρουργικές τεχνικές, όπως η τοποθέτηση σωλήνα γαστροστομίας και νηστιδοστομίας, για τη σίτιση ασθενών που παρουσίαζαν αδυναμία κατάποσης και είχαν ανάγκη από μακρόχρονη υποστήριξη της θρέψης. Το 1967 τοποθετήθηκε για πρώτη φορά ενδοσκοπικά πειραματικά στο στομάχι καθετήρας σίτισης, ενώ αργότερα οι Hashiba, Gauderer και   Ponsky   το 1980 βελτίωσαν την τεχνική και την εισήγαγαν στην κλινική πράξη. Η μέθοδος ονομάστηκε διαδερμική ενδοσκοπική γαστροστομία. Από τότε έχουν σημειωθεί σημαντικές πρόοδοι ως προς την τεχνική της τοποθέτησης και την κατασκευή των διαφόρων καθετήρων σίτισης.

Η αποτελεσματικότητα και η ελαχιστοποίηση των επιπλοκών συνέτειναν στην ευρεία αποδοχή και εντυπωσιακή διεύρυνση των εφαρμογών της μεθόδου, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του ’70. Αποτελεί μία ασφαλή μέθοδο σίτισης για άτομα που δεν μπορούν να σιτιστούν από το στόμα και προκαλεί ανεπαίσθητη διαταραχή στην καθημερινότητα του ασθενούς. Είναι λιγότερο δαπανηρή και απλούστερη συγκριτικά με την παρεντερική διατροφή και τη χειρουργική γαστροστομία. Παράλληλα, έχει μικρότερη θνητότητα, ευρύτερο φάσμα εφαρμογών και δεν απαιτεί την εξειδικευμένη φροντίδα που επιτάσσει η παρεντερική διατροφή.

Στην ευρεία διάδοση της τεχνητής σίτισης συντέλεσαν επίσης οι παρακάτω παράγοντες:

  1. Η βιομηχανική παρασκευή ειδικών διαλυμάτων σίτισης.
  2. Η ιατροτεχνολογική εξέλιξη, που επέτρεψε, αφενός, την παραγωγή ειδικών καθετήρων σίτισης και αφετέρου, την επινόηση συσκευών για τη χορήγηση των θρεπτικών υλικών.
  3. Η καλύτερη γνώση της φυσιολογίας του πεπτικού σωλήνα και του μεταβολισμού.
  4. Η αξιολόγηση της σημασίας της σίτισης για την αποτελεσματική εφαρμογή των σύγχρονων θεραπευτικών μεθόδων και γενικά για τη διατήρηση της ομοιοστασίας του οργανισμού.

Ενδείξεις – αντενδείξεις

Οι ασθενείς οι οποίοι έχουν τον πεπτικό σωλήνα λειτουργικά ακέραιο και δεν μπορούν να λάβουν τροφή από το στόμα ή δεν μπορούν να καλύψουν τις απαιτούμενες ενεργειακές ανάγκες, είναι κατάλληλοι υποψήφιοι για τεχνική σίτιση. Η υποστήριξη της θρέψης για μικρό χρονικό διάστημα υλοποιείται με την εισαγωγή ενός λεπτού ρινονηστιδικού καθετήρα από σιλικόνη. Όταν ο ασθενής υποβάλλεται σε προγραμματισμένη κοιλιοτομία και διαβλέπεται η ανάγκη για παρατεταμένη τεχνητή σίτιση, τοποθετείται διεγχειρητικά με χειρουργικό τρόπο καθετήρας νηστιδοστομίας.

Σε ασθενείς με λειτουργικά ακέραιο το γαστρεντερικό σωλήνα που παρουσιάζουν αδυναμία λήψης τροφής για μακρό χρονικό διάστημα, συζητείται η δημιουργία ενδοσκοπικής γαστροστομίας, εφόσον δεν πρόκειται να χειρουργηθούν σύντομα για κάποιον άλλο λόγο ή δεν μπορούν να ανεχθούν την παρουσία του ρινογαστρικού σωλήνα. Οι συχνότερες κατηγορίες παθήσεων στις οποίες έχει ξεχωριστή θέση η εκτέλεση ενδοσκοπικής γαστροστομίας είναι οι νευρολογικές παθήσεις και οι κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, που οδηγούν σε διαταραχές της κατάποσης. Αυτές μπορεί να είναι πρόσκαιρες ή μόνιμες.

Ένδειξη αποτελούν επίσης τα κακοήθη νεοπλάσματα του ανώτερου πεπτικού και της άνω αεροφόρου οδού, τα οποία   φράσσουν την πεπτική οδό. Χρήσιμη είναι η ενδοσκοπική γαστροστομία στους πολυτραυματίες και μάλιστα σ’ εκείνους με κακώσεις του σπλαγχνικού κρανίου. Σημαντική είναι η συνεισφορά στα παιδιά με φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, για τη χορήγηση συμπληρωματικής στοιχειακής δίαιτας κατά τη διάρκεια της νύχτας. Επιπρόσθετες ενδείξεις είναι: α) η χρονικά παρατεταμένη αποσυμπίεση του στομάχου σε περιπτώσεις γαστρικής ατονίας και β) η επαναφορά στο στομάχι της χολής από καθετήρα εξωτερικής παροχέτευσης του χοληφόρου δένδρου, όταν δεν είναι εφικτή η ενδοσκοπική εσωτερική παροχέτευση.

Σε γενικές γραμμές, η ενδοσκοπική γαστροστομία αντενδείκνυται σε ασθενείς με ενδοκοιλιακή φλεγμονή, σήψη, ασκίτη και σ’ εκείνους που η πραγματοποίηση δεν μπορεί να γίνει με ασφάλεια για τεχνικούς λόγους, όπως για παράδειγμα επί απουσίας της διαφανοσκόπησης. Άλλες αντενδείξεις είναι, επίσης, η άρνηση του ασθενούς να συγκατατεθεί, οι διαταραχές πήξης και επούλωσης, η νόσος του Crohn, η ακτινική εντερίτιδα, τα εντερικά συρίγγια υψηλής παροχής, η απόφραξη της γαστρικής εξόδου, η νεοπλασματική διήθηση του στομάχου και η οξεία παγκρεατίτιδα. Οι προηγηθείσες ενδοκοιλιακές επεμβάσεις δεν αποτελούν αντένδειξη, όταν είναι δυνατή η διαφανοσκόπηση.

Παράλληλα, όμως, με την ευρεία εφαρμογή της μεθόδου, ανεφύησαν ηθικοδεοντολογικά προβλήματα αναφορικά με την επιλογή των ασθενών στους οποίους θα πρέπει να εφαρμόζεται η μέθοδος. Η ευκολία με την οποία γίνεται η ενδοσκοπική γαστροστομία είχε ως αποτέλεσμα να εφαρμόζεται και σε ασθενείς τελικού σταδίου, με προχωρημένες νεοπλασίες ή άλλες σοβαρές παθήσεις, στους οποίους ο προσδοκώμενος χρόνος επιβίωσης είναι μόνο λίγοι μήνες. Στην ομάδα αυτή των ασθενών ο κίνδυνος εμφάνισης σοβαρών επιπλοκών είναι μεγάλος και γι’ αυτό είναι προτιμότερο να τοποθετείται ρινογαστρικός καθετήρας.

Αναμφίβολα, η αυστηρή επιλογή των ασθενών είναι επιτακτική προϋπόθεση για τη βελτιστοποίηση των αποτελεσμάτων. Ωστόσο, η τελική απόφαση για την έναρξη της τεχνητής σίτισης θα εξαρτηθεί από ιατρικούς και κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, επειδή συνήθως η θεραπεία αυτή διαρκεί επί μακρόν και συγχρόνως και εξαιρετικά δαπανηρή. Πριν από κάθε απόφαση για τεχνητή σίτιση, είναι επιβεβλημένο να διαλευκανθεί αν ο ασθενής έχει πιθανότητα να ανανήψει και αν πράγματι υπάρχουν οι απαραίτητες ενδείξεις.

Επίσης, η τεχνική αυτή απαιτεί εξειδικευμένο προσωπικό και δεν πρέπει να επιχειρείται αν δεν διασφαλίζονται οι προϋποθέσεις της κατάλληλης ιατρικής και παραϊατρικής παρακολούθησης. Πριν από την έναρξη της τεχνητής διατροφής, ο ασθενής θα πρέπει να βρίσκεται σε πλήρη υδατοηλεκτρολυτική ισορροπία. Επείγουσες καταστάσεις που απειλούν οξέως τη ζωή του ασθενούς έχουν άμεση θεραπευτική προτεραιότητα και τέτοιες είναι η ολιγαιμία, η αναπνευστική ανεπάρκεια κ.ά.

Όργανα – τεχνική

Απαιτείται γαστροσκόπιο πρόσθιας όρασης και όταν διαπιστωθεί στένωση στον άνω πεπτικό σωλήνα, προηγούνται οι ενδοσκοπικές διαστολές. Τότε χρησιμοποιείται λεπτό παιδικό ενδοσκόπιο. Απαραίτητα είναι επίσης τα εξής:

  • Σύριγγα με μακριά βελόνη
  • Τοπικό αναισθητικό (Xylocain 1%)
  • Λαβίδα βιοψίας ή βρόχος πολυπεκτομής
  • Χειρουργικό νυστέρι
  • Αποστειρωμένα χειρουργικά πεδία
  • Αντισηπτικό
  • Ράμμα καθήλωσης του σωλήνα
  • Ολοκληρωμένο «σετ» γαστροστομίας (σωλήνας, συρμάτινος οδηγός, Trocar και καθετήρας).

Ο ασθενής, όπως και πριν από κάθε ενδοσκόπηση, για τουλάχιστον έξι ώρες, πρέπει να μένει νηστικός. Γίνεται αδρός έλεγχος πηκτικότητας (χρόνος Quick, APTT). Ζητείται εγγράφως η ενυπόγραφη συγκατάθεση του   ασθενούς και επί αδυναμίας αυτού, των οικείων του. Χορηγείται η συνήθης φαρμακευτική προετοιμασία, που χρησιμοποιείται για τις διαγνωστικές γαστροσκοπήσεις (Dormicum, προποφόλη, πεθιδίνη, φαιντανύλη). Για την πρόληψη της τοπικής φλεγμονής, δίνεται προφυλακτικά μία δόση ενός αντιβιοτικού (π.χ. 2ης γενιάς κεφαλοσπορίνη). Προηγείται επιμελής καθαρισμός του οροφάρυγγα με αντισηπτικό διάλυμα για την απομάκρυνση των παχύρευστων εκκρίσεων.

Η είσοδος του ενδοσκοπίου στο στομάχι γίνεται με τον ασθενή σε   αριστερή   πλάγια θέση, ο οποίος στη συνέχεια τοποθετείται σε ύπτια θέση. Επειδή από τη θέση αυτή η αποβολή των στοματοφαρυγγικών εκκρίσεων είναι δύσκολη, μια νοσηλεύτρια φροντίζει για τη συχνή περιοδική αναρρόφησή τους με ειδική συσκευή αρνητικής πίεσης.

Προηγείται χειρουργικός καθαρισμός με αντισηπτικό διάλυμα (Betadine 10%) του πρόσθιου κοιλιακού τοιχώματος και τοποθετούνται αποστειρωμένα χειρουργικά οθόνια. Το ενδοσκόπιο εισάγεται   στο στομάχι, το οποίο επισκοπείται επιμελώς σε όλη την έκτασή του, ενώ παράλληλα εμφυσείται μαζικά αέρας για τη διάταση των τοιχωμάτων του. Ελέγχεται η   βατότητα του πυλωρού και του δωδεκαδακτύλου.

Θεμελιώδης αρχή κατά την τοποθέτηση της διαδερμικής γαστροστομίας είναι το τοίχωμα του στομάχου να βρίσκεται σε άμεση επαφή με το πρόσθιο κοιλιακό τοίχωμα, χωρίς να παρεμβάλλεται ενδοκοιλιακό σπλάγχνο. Το ενδοσκόπιο κατευθύνεται προς την περιοχή του σώματος και ακολουθεί συσκότιση του χώρου, για να γίνει θεαθεί το φως του ενδοσκοπίου στο επιγάστριο, διαμέσου του κοιλιακού τοιχώματος (διαφανοσκόπηση).

Ο βοηθός πιέζει με το δάκτυλο πάνω από το επιγάστριο το πρόσθιο τοίχωμα του στομάχου, για να γίνει πιο ευκρινής η διαφανοσκόπηση. Επιλέγεται η πύλη εισαγωγής του καθετήρα της γαστροστομίας. Η ιδανική θέση στο κοιλιακό τοίχωμα είναι το αριστερό άνω τεταρτημόριο, ενώ μέσα στο στομάχι το πρόσθιο τοίχωμα του σώματος, επειδή η περιοχή αυτή δεν παρουσιάζει περισταλτικές συσπάσεις. Εάν δεν βρεθεί άλλη θέση με τη διαφανοσκόπηση, ο καθετήρας τοποθετείται   στην περιοχή του άντρου.

Ακολουθεί τοπική αναισθησία με διήθηση του δέρματος και του κοιλιακού τοιχώματος με λιδοκαΐνη 1% που γίνεται με μακριά βελόνη 25 – Gauge, η οποία στη συνέχεια προωθείται κάθετα στο στομάχι για να επιβεβαιωθεί η σωστή θέση. Με χειρουργικό νυστέρι εκτελείται μικρή τομή στο δέρμα, μήκους περίπου 10 mm. Η τομή αυτή αποτρέπει την εγκατάσταση φλεγμονής στο τραύμα, επειδή παροχετεύονται τα υγρά από το υποδόριο.

Από το σημείο αυτό   και μετά, μπορούν να εφαρμοστούν τρεις τεχνικές:

  • α) Η τεχνική με την έλξη του νήματος κατά Ponsky-Gauderer.
  • β) Η τεχνική με ώθηση πάνω σε συρμάτινο οδηγό κατά Sacks–Vine.
  • γ) Η τεχνική με εισαγωγέα κατά Russel.

Και οι τρεις μέθοδοι είναι συγκρίσιμες από άποψη κόστους, χρόνου εκτέλεσης, δυσκολίας εκτέλεσης, επιπλοκών και θνητότητας. Σε σύγκριση με τη χειρουργική γαστροστομία, δεν απαιτείται γενική αναισθησία και ο μέσος χρόνος εκτέλεσης είναι 15-25 λεπτά, ενώ της κλασικής χειρουργικής είναι πάνω από 50 λεπτά.

Τεχνική Ponsky-Gauderer με έλξη του νήματος.  Είναι η πλέον δημοφιλής και η συχνότερα χρησιμοποιούμενη μέθοδος. Μέσω της τομής του δέρματος προωθείται στο στομάχι καθετήρας 16-Gauge. Αφαιρείται ο μεταλλικός στυλεός και διαμέσου του καθετήρα εισάγεται στο στομάχι ισχυρό νήμα, μήκους 200 cm. Η άκρη του νήματος συλλαμβάνεται με λαβίδα βιοψίας ή βρόχο πολυπεκτομής, που ήδη έχει εισέλθει στο στομάχι μέσα από το ενδοσκόπιο.

Ο σωλήνας της γαστροστομίας επαλείφεται με λιπαντική ουσία (σιλικόνη), για να διευκολυνθεί η διολίσθηση κατά μήκος του φάρυγγα, του οισοφάγου και του κοιλιακού τοιχώματος. Το άκρο του σωλήνα της γαστροστομίας προσδένεται με το νήμα και στη συνέχεια έλκεται ωσότου η κεφαλή στήριξης προσκρούσει στο κοιλιακό τοίχωμα. Το εξωτερικό τμήμα του σωλήνα καθηλώνεται κατάλληλα, με ειδικό μηχανισμό στήριξης, στο επιγάστριο.

Με το ενδοσκόπιο τεκμηριώνεται η σωστή θέση του σωλήνα της   νηστιδοστομίας στο στομάχι. Είναι σημαντικό να αποφεύγεται η υπερβολική τάση πάνω στο δέρμα και στο τοίχωμα του στομάχου, γιατί ενδέχεται να προκύψει ισχαιμική νέκρωση από την πίεση, φλεγμονή, ή ακόμη και διολίσθηση του σωλήνα προς τα έξω.

Τεχνική Sacks-Vine με προώθηση του καθετήρα σε συρμάτινο οδηγό. Όπως και με την προηγούμενη μέθοδο, εισάγεται καθετήρας στο διατεταμένο με αέρα στομάχι. Αφαιρείται ο συρμάτινος στυλεός και υπό άμεσο ενδοσκοπικό έλεγχο διεκβάλλεται στο στομάχι εύκαμπτος συρμάτινος οδηγός, μήκους 3 m. Το άκρο του σύρματος συλλαμβάνεται με λαβίδα βιοψίας και μαζί με το ενδοσκόπιο εξέρχεται από το στόμα.

Τα δύο άκρα του συρμάτινου οδηγού συγκρατούνται στερεά υπό μερική τάση. Πάνω σ’ αυτόν προωθείται ο ελαστικός σωλήνας της γαστροστομίας με κεφαλοουραία κατεύθυνση, ωσότου το ένα άκρο εξέλθει από την τομή του δέρματος στο κοιλιακό τοίχωμα. Τότε συλλαμβάνεται και έλκεται, μέχρι να γίνει αντιληπτή η αντίσταση της κεφαλής του σωλήνα πάνω στο κοιλιακό τοίχωμα. Στη συνέχεια, αφαιρείται ο συρμάτινος οδηγός και με το ενδοσκόπιο ελέγχεται η θέση του σωλήνα μέσα στο   στομάχι. Το εξωτερικό μέρος του σωλήνα καθηλώνεται στο κοιλιακό τοίχωμα.

Τεχνική Russel με εισαγωγέα (introducer).Η τεχνική Russel διαφέρει ουσιαστικά από τις δύο προηγούμενες μεθόδους και βασίζεται στην τεχνική Seldinger. Επιτρέπει την εισαγωγή σωλήνα γαστροστομίας με μία μόνο είσοδο του ενδοσκοπίου στο στομάχι. Είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, όταν ο σωλήνας γαστροστομίας δεν μπορεί ή δεν είναι επιθυμητό να διέλθει από μία στενεμένη περιοχή του ανώτερου πεπτικού. Ο σωλήνας που τοποθετείται στο κοιλιακό τοίχωμα δεν είναι πλέον μολυσμένος, γιατί δεν διέρχεται από τον οροφάρυγγα.

Μετά την επιλογή της πύλης εισόδου, την τοπική αναισθησία και την τομή του δέρματος, εισάγεται στο στομάχι, υπό άμεση ενδοσκοπική όραση, ένας συρμάτινος   οδηγός, μέσα από έναν λεπτό καθετήρα. Ο καθετήρας αυτός αφαιρείται και πάνω από το συρμάτινο οδηγό προωθείται στο γαστρικό αυλό ένας άλλος ειδικός καθετήρας – εισαγωγέας (introducer), ο οποίος φέρει θηκάρι με αποσπώμενα μέρη.

Ο εισαγωγέας και ο συρμάτινος οδηγός αφαιρούνται, ενώ μέσα από το θηκάρι εισάγεται στο στομάχι καθετήρας τύπου Folley. Το μπαλόνι του καθετήρα φουσκώνει με νερό και το θηκάρι αφαιρείται. Ο καθετήρας έλκεται προς τα έξω, ωσότου το μπαλόνι συναντήσει αντίσταση στο τοίχωμα του στομάχου, ενώ το εξωτερικό του τμήμα στερεώνεται στο δέρμα.

Διαλύματα θρέψης

Στις μέρες μας, η βιομηχανική παραγωγή θρεπτικών διαλυμάτων συνέβαλε στην ευρεία διάδοση της τεχνητής σίτισης. Τα διαλύματα αυτά διαφέρουν ως προς τη θερμιδική σύσταση, την ωσμωτική πίεση και τη μορφή με την οποία βρίσκονται στο διάλυμα τα διάφορα θρεπτικά συστατικά.

Τα θρεπτικά διαλύματα διακρίνονται: α) στις πλήρεις δίαιτες, που περιέχουν όλα τα κύρια θρεπτικά συστατικά (υδατάνθρακες, λίπη, πρωτεΐνες, βιταμίνες, ηλεκτρολύτες, ιχνοστοιχεία) και β) στα συμπληρώματα, στα οποία περιέχονται μόνο ορισμένα θρεπτικά συστατικά.

Ανάλογα με τη μοριακή μορφή με την οποία περιέχονται τα θρεπτικά συστατικά, τα διαλύματα κατηγοριοποιούνται σε τέσσερις μεγάλες ομάδες, ήτοι:

Ομογενοποιημένες δίαιτες. Αποτελούνται από πλήρεις τροφές, οι οποίες αναμιγνύονται και ομογενοποιούνται. Συνήθως περιλαμβάνουν κρέας, γάλα, φρούτα, λαχανικά, αυγά, λάδι κ.ά. Στα διαλύματα αυτά, τα συστατικά έχουν περίπου την ίδια αναλογία με τις τροφές που λαμβάνονται από το στόμα. Η χρησιμοποίησή τους προϋποθέτει λειτουργική ακεραιότητα του πεπτικού σωλήνα και τοποθέτηση σωλήνα γαστροστομίας ευρείας διαμέτρου. Χρησιμοποιούνται κυρίως σε επίπεδο οικίας του ασθενούς.

Πολυμερείς δίαιτες. Τα διαλύματα αυτά παράγονται βιομηχανικά και περιέχουν θρεπτικές ουσίες σε μορφές μεγάλου μοριακού βάρους. Είναι πλήρεις δίαιτες, ενώ η περιεκτικότητά τους σε πρωτεΐνες, υδατάνθρακες, λίπη, βιταμίνες, ηλεκτρολύτες και ιχνοστοιχεία διαφέρει από σκεύασμα σε σκεύασμα. Η ωσμωτική πίεση κυμαίνεται σε ευρύ φάσμα από 300 έως 700 mOsm / lit. Είναι εύγευστα και γι’ αυτό αποτελούν την κύρια πηγή για δίαιτες από το στόμα. Βεβαίως χορηγούνται και μέσω στομίας.

Μονομερή ή στοιχειακά διαλύματα. Είναι διαλύματα που παράγονται βιομηχανικά και στα οποία οι θρεπτικές ουσίες βρίσκονται σε μικρομοριακή μορφή. Στερούνται άπεπτων υπολειμμάτων και η θερμιδική τους αξία είναι 1-2 θερμίδες / ml διαλύματος. Η ωσμωτική πίεση είναι υψηλή, πάνω από 600 mOsm / lit. Διατίθενται στο εμπόριο με μορφή σκόνης που διαλύεται σε νερό ή ακόμη και σε έτοιμη υγρή μορφή. Χορηγούνται πάντοτε μέσω στομίων, δεδομένου ότι η γεύση τους δεν επιτρέπει την από του στόματος χορήγησή τους.

Ειδικά διαλύματα. Τα διαλύματα αυτά είναι μονομερείς δίαιτες με καθορισμένες συνθέσεις σε αμινοξέα, θερμίδες και σχέση αζώτου-θερμίδων. Προορίζονται για ασθενείς με ειδική νοσολογία, όπως σε νεφρική και ηπατική ανεπάρκεια, ή με υψηλή μεταβολική απάντηση σε οποιοδήποτε stress. Όπως είναι κατανοητό, εξ ορισμού δεν περιέχουν βιταμίνες, ηλεκτρολύτες και ιχνοστοιχεία, και για το λόγο αυτό πρέπει να χορηγούνται ξεχωριστά.

Αρχές τεχνητής σίτισης

Ανάλογα με την κατάσταση του ασθενούς η σίτιση από το σωλήνα γαστροστομίας μπορεί ν’ αρχίσει αμέσως ή μετά από 24 ώρες.

Οι περισσότεροι ασθενείς, πριν από την τοποθέτηση του σωλήνα γαστροστομίας, σιτίζονται με   ειδικά   εντερικά διαλύματα μέσα από το ρινογαστρικό σωλήνα. Σ’ αυτούς χορηγείται η συνήθης ποσότητα των θρεπτικών διαλυμάτων, μέσα από το σωλήνα γαστροστομίας, 24 ώρες μετά την τοποθέτηση.

Στους ασθενείς στους οποίους δεν χορηγούνται εκ των προτέρων τα θρεπτικά διαλύματα, η χορήγησή τους σε μεγάλες ποσότητες από την αρχή μέσα από το σωλήνα της γαστροστομίας ενδέχεται να προκαλέσει διάρροιες και σοβαρές μεταβολικές διαταραχές.

Η χορήγηση των εντερικών διαλυμάτων μπορεί να γίνει με συνεχή ή διακεκομμένη ροή. Κατά τη διακεκομμένη χορήγηση, η 24ωρη σίτιση του ασθενούς διαιρείται σε τέσσερις ή σε έξι χρονικές περιόδους, κατά τις οποίες το εντερικό διάλυμα εγχέεται σε διάστημα 15 – 20 λεπτών. Η έγχυση γίνεται είτε με τη βαρύτητα είτε ακριβέστερα με τη βοήθεια αντλίας είτε, τέλος, με σύριγγα υπό τη μορφή της μιας δόσεως. Όσο βραδύτερος είναι ο ρυθμός, τόσο καλύτερα ανεκτή είναι η διακεκομμένη σίτιση.

Η συνεχής τεχνητή διατροφή μέσω στομίας γίνεται με υπολογισμό της ωριαίας ποσοτικής χορηγήσεως του διαλύματος και υλοποιείται συνήθως με τη βοήθεια αντλίας ή ακόμη και με τη βαρύτητα.

Ως γνωστόν, επί παρουσίας υγρών μεγάλης ωσμωτικής πίεσης, η γαστρική κινητικότητα περιορίζεται. Η έκκριση στην περίπτωση αυτή του γαστρικού υγρού συντελεί στην αραίωση του γαστρικού περιεχομένου, έως ότου αποκτήσει μιαν ισοωσμωτικότητα πριν ακριβώς διέλθει στο λεπτό έντερο. Έτσι λοιπόν, η φυσιολογική γαστρική λειτουργία συντελεί στη μείωση του αυξημένου υπερωσμωτικού φορτίου, προτού οι τροφές εισέλθουν στο λεπτό έντερο. Το λεπτό έντερο, αντίθετα, είναι λιγότερο ικανό στη μείωση του υπερωσμωτικού φορτίου. Για τους λόγους αυτούς, οι ασθενείς ανέχονται με δυσκολία υγρά υψηλής ωσμωτικής πίεσης, τα οποία χορηγούνται κατευθείαν στο λεπτό έντερο μέσω της νηστιδοστομίας.

Κατά την ενδογαστρική χορήγηση του θρεπτικού διαλύματος, αυξάνεται στην αρχή η ωσμωτική πίεση του διαλύματος και στη συνέχεια ο ρυθμός χορήγησης. Αν το διάλυμα, όπως παρασκευάζεται, είναι υπερωσμωτικό, η σίτιση αρχίζει με ισοωσμωτική πυκνότητα, με προηγούμενη αραίωση του διαλύματος με νερό. Είναι εύλογο, εάν το προϊόν είναι ισοωσμωτικό, να ξεκινούμε με πλήρες διάλυμα από την αρχή. Συνήθως χορηγούνται 30 ml / h. Ακολούθως, η πυκνότητα του διαλύματος αυξάνεται προοδευτικά κάθε 24 ώρες έως ότου φθάσουμε την ωσμωτική πίεση του θρεπτικού διαλύματος. Στη συνέχεια, αυξάνουμε το ρυθμό χορήγησης, με ρυθμό περίπου 300 ml την ημέρα (20 ml ανά ώρα και ανά ημέρα), έως ότου φθάσουμε τις υπολογισμένες επιθυμητές ποσότητες για το συγκεκριμένο ασθενή.

Σε περίπτωση διατροφής διά νηστιδοστομίας, αυξάνεται στην αρχή ο ρυθμός χορήγησης και στη συνέχεια η πυκνότητα του διαλύματος. Συνήθως αρχίζουμε με ισοωσμωτικά διαλύματα, με ρυθμό 600 ml περίπου το 24ωρο (30 ml / h). Στη συνέχεια, ο ρυθμός χορήγησης αυξάνεται κατά 20 ml ωριαία κάθε μέρα, έως ότου φθάσουμε τις υπολογιζόμενες ποσότητες για το συγκεκριμένο ασθενή. Ακολουθεί στη συνέχεια η αύξηση της   πυκνότητας του διαλύματος κάθε 24 ώρες, έως ότου λάβουμε την επαρκώς ανεκτή πυκνότητα για τον ασθενή που να ανταποκρίνεται στις μεταβολικές απαιτήσεις του.

Αντικατάσταση του καθετήρα της στομίας

Στις μέρες μας, η βιομηχανική παραγωγή ειδικών καθετήρων επιτρέπει την εύκολη χορήγηση των διαλυμάτων, τόσο από απόψεως ρυθμού όσο και από απόψεως πυκνότητας, με τη βοήθεια αντλιών. Στις ομογενοποιημένες δίαιτες απαιτούνται σωλήνες 12-14 Fr, όταν η χορήγηση γίνεται με τη βαρύτητα, ενώ όταν χρησιμοποιείται αντλία, επαρκούν σωλήνες 10 Fr. Σε πολυμερείς δίαιτες χρησιμοποιούνται σωλήνες 6-7 Fr, εφόσον χρησιμοποιείται αντλία και 10-12 Fr, εφόσον η χορήγηση γίνεται με τη βαρύτητα. Σε μονομερείς δίαιτες η χρησιμοποίηση σωλήνων 4-7 Fr εξασφαλίζει επαρκή ροή.

Σημαντικό βήμα στον τομέα της τεχνητής σίτισης αποτέλεσε η βιομηχανική κατασκευή και η ασφαλής ενδοσκοπική τοποθέτηση σωλήνων διατροφής ευρείας διαμέτρου που φθάνει μέχρι και 24 Fr, οι οποίοι επιτρέπουν την ευχερή χορήγηση ομογενοποιημένης φυσικής τροφής.

Επί παρατεταμένης χρήσης του σωλήνα σίτισης, ενδέχεται να απαιτηθεί η αντικατάστασή με άλλον, λόγω της απόφραξης του αυλού. Η απόφραξη του αυλού του σωλήνα αποφεύγεται με τη συχνή έκπλυση μετά τη χορήγηση της τροφής, καθώς επίσης και με τη σωστή επιλογή του εύρους ανάλογα με το διάλυμα που χρησιμοποιείται. Ο σωλήνας γαστροστομίας δεν πρέπει να αφαιρείται προτού σχηματισθεί ένας σταθερός ιστικός πόρος. Ο ελάχιστος χρόνος παραμονής του, πριν από την αφαίρεσή του, υπολογίζεται σε 10-15 ημέρες.

Σε μερικούς σωλήνες η κεφαλή στήριξης είναι μαλακή και η αφαίρεση γίνεται με ήπια έλξη από έξω. Σε άλλους, η κεφαλή είναι σκληρή και η αφαίρεσή τους πραγματοποιείται με ενδοσκοπικό τρόπο. Ο σωλήνας διατέμνεται στο επίπεδο του δέρματος και η κεφαλή του συλλαμβάνεται στο στομάχι με βρόχο πολυπεκτομής και εξελκείται με ήπια, σταθερή έλξη μαζί με το   ενδοσκόπιο.

Οι περισσότεροι καθετήρες είναι λειτουργικοί για πολλούς μήνες και στη συνέχεια αντικαθίστανται προγραμματισμένα. Οι καθετήρες που διαθέτουν στηρικτικά μπαλόνια αντικαθίστανται μετά από μερικές εβδομάδες, γιατί στο ενδογαστρικό περιβάλλον, το υλικό κατασκευής του μπαλονιού αλλοιώνεται εύκολα και αποδομείται. Η αφαίρεση είναι απλή και γίνεται με την αποσυμπίεση του μπαλονιού. Μέσα από τον ώριμο ιστικό πόρο, διεκβάλλεται άλλος καθετήρας με μπαλόνι.

Σε νέους ασθενείς με φυσιολογικές δραστηριότητες, για λόγους αισθητικής χρησιμοποιούνται ειδικοί καθετήρες αντικατάστασης, που προσαρμόζονται στο δέρμα σαν   κουμπί   («button») και δεν έχουν σωλήνα που να προέχει έξω από το δέρμα.

Επιπλοκές

Είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η διαδερμική ενδοσκοπική γαστροστομία δεν αποτελεί απλώς μία ενδοσκοπική εξέταση, αλλά μία επεμβατική πράξη, η οποία ενδέχεται να συνοδεύεται και με σοβαρές επιπλοκές. Η αυστηρή τήρηση των κανόνων ασφαλείας και η άρτια ιατροτεχνική υποστήριξη συμβάλλει αποφασιστικά στην αποφυγή των ανεπιθύμητων συμβαμάτων.

Η συνολική νοσηρότητα από την τοποθέτηση της ενδοσκοπικής γαστροστομίας είναι μικρότερη από 10%. Σε ποσοστό 3% συμβαίνουν μείζονες επιπλοκές, όπως σήψη ή διάτρηση   κοίλου σπλάγχνου, οπότε στις περιπτώσεις αυτές η προσφυγή  στην κοιλιοτομία αποτελεί μονόδρομο. Σε ποσοστό 7% των επιπλοκών, αυτές είναι ελάσσονες και αντιμετωπίζονται με επιτυχία συντηρητικά. Η θνητότητα της μεθόδου είναι μικρότερη από 1% και σαφώς μικρότερη από εκείνη της χειρουργικής, που μπορεί να φθάσει το 15%.

Η πιο συχνή επιπλοκή της ενδοσκοπικής διαδερμικής γαστροστομίας είναι η μικροβιακή φλεγμονή γύρω από το σωλήνα. Εκδηλώνεται με ερυθρότητα του δέρματος (κυτταρίτιδα), με μικρό ή μεγάλο απόστημα, και σε σπάνιες περιπτώσεις με βαριά μυονέκρωση του κοιλιακού τοιχώματος. Αποτρεπτικά δρα η προφυλακτική χορήγηση αντιβιοτικού και ο καθαρισμός του οροφάρυγγα με αντισηπτικό διάλυμα. Η θέση εξόδου του καθετήρα σίτισης από το κοιλιακό τοίχωμα ελέγχεται καθημερινά για μερικές ημέρες. Κάθε αποστηματική συλλογή παροχετεύεται το συντομότερο δυνατόν με   μικρή τομή στο δέρμα υπό τοπική αναισθησία. Κάθε φορά που η φλεγμονή εξελίσσεται σε βαριά μυονέκρωση του κοιλιακού τοιχώματος, αφαιρείται ο σωλήνας γαστροστομίας και επακολουθεί χειρουργικός καθαρισμός, με ταυτόχρονη   χορήγηση   ευρέος φάσματος αντιβιοτικών.

Η υπερβολική τάση και η συμπίεση του κοιλιακού τοιχώματος, μεταξύ των δύο επιφανειών στήριξης του σωλήνα, είναι οι κύριες αιτίες της ιστικής νέκρωσης και της εκδήλωσης   βαριάς φλεγμονής. Η υπερβολική τάση αποτελεί επίσης και την αιτία της πρώιμης διολίσθησης του σωλήνα σίτισης από το κοιλιακό τοίχωμα και το στομάχι, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τη διαφυγή γαστρικού υγρού στην ελεύθερη περιτοναϊκή κοιλότητα. Όταν συμβεί η επιπλοκή αυτή, τοποθετείται ρινογαστρικός καθετήρας και χορηγούνται παρεντερικά υγρά και αντιβιοτικά. Εφόσον ο   ασθενής είναι κλινικά σταθερός, καταβάλλεται προσπάθεια επανατοποθέτησης   του σωλήνα της   γαστροστομίας σε μία άλλη θέση, μετά από μία εβδομάδα. Στην περίπτωση όπου εμφανισθούν συμπτώματα περιτονίτιδας, γίνεται επείγουσα κοιλιοτομία.

Μερικές φορές, μετά την ενδοσκοπική γαστροστομία, εκδηλώνεται πνευμοπεριτόναιο, ως συνέπεια της διαφυγής αέρα   από το   στομάχι προς την ελεύθερη περιτοναϊκή κοιλότητα, γύρω από την πύλη εισόδου του σωλήνα σίτισης. Δεν απαιτείται καμία ειδική θεραπεία, εκτός εάν υπάρχουν σημεία περιτοναϊσμού ή σηπτικές εκδηλώσεις.

Σε αμφίβολες καταστάσεις με άτυπες κλινικές εκδηλώσεις, εγχέεται υπό ακτινοσκοπικό έλεγχο μικρή ποσότητα υδατοδιαλυτής σκιαγόνου ουσίας στο   στομάχι μέσα από το σωλήνα γαστροστομίας, για να διερευνηθεί το ενδεχόμενο της   διαφυγής του γαστρικού περιεχομένου στην περιτοναϊκή κοιλότητα. Εφόσον δεν συμβαίνει διαφυγή, ο ασθενής παρακολουθείται κλινικά για τις επόμενες ημέρες. Εάν διαπιστωθεί πρώιμη διολίσθηση του σωλήνα από τη θέση τοποθέτησης, συμπεραίνεται ότι το στομάχι έχει αποσπαστεί και διαχωριστεί από το κοιλιακό τοίχωμα. Ο ασθενής επιβάλλεται να υποβληθεί   έγκαιρα σε κοιλιοτομία και συρραφή της ιατρογενούς οπής του στομάχου.

Μία ασυνήθης επιπλοκή της ενδοσκοπικής διαδερμικής γαστροστομίας είναι η δημιουργία γαστροκολικού συριγγίου, η οποία εκδηλώνεται κλινικά με διάρροιες αμέσως μετά την έναρξη της τεχνητής σίτισης. Προκύπτει αναπόφευκτα όταν το κόλο παρεμβάλλεται ανατομικά μεταξύ του στομάχου και του κοιλιακού τοιχώματος. Η διάγνωση οριστικοποιείται με τη χορήγηση σκιαγραφικού από το σωλήνα γαστροστομίας ή με βαριούχο υποκλυσμό. Μόλις διαγνωσθεί η επιπλοκή αυτή, αφαιρείται ο σωλήνας και συνήθως αυτό κλείνει αφ’ εαυτού. Τοποθετείται άλλη γαστροστομία μετά από λίγες ημέρες, σε υψηλότερη θέση.

Γύρω από το σωλήνα γαστροστομίας παρατηρείται συχνά εκροή υγρού, που υποδηλώνει την αντίδραση των ιστών στο ξένο σώμα και η οποία αντιμετωπίζεται με επιμελή τοπική καθαριότητα. Μερικές φορές διευρύνεται σημαντικά ο πόρος εισόδου του σωλήνα στο κοιλιακό τοίχωμα και τότε διαρρέει προς τα έξω γαστρικό περιεχόμενο. Αυτό συμβαίνει πιο συχνά στα λιποβαρή άτομα και σε κάθε περίπτωση όπου ασκείται μεγάλη τάση στο κοιλιακό τοίχωμα. Ως λύση, ο καθετήρας γαστροστομίας αντικαθίσταται με άλλον, μεγαλύτερου εύρους, εφόσον έχουν παρέλθει τουλάχιστον 2 εβδομάδες από την πρώτη τοποθέτηση.

Η κάλυψη της γαστροστομίας με γάζες δεν κρίνεται απαραίτητη, γιατί δημιουργείται υγρό περιβάλλον, το οποίο προδιαθέτει σε αλλοιώσεις του δέρματος και μυκητιάσεις. Προτιμότερος είναι ο καθημερινός τοπικός σχολαστικός καθαρισμός με αραιό διάλυμα υπεροξειδίου του υδρογόνου και η διατήρηση της ξηρότητας του δέρματος. Σε περίπτωση μυκητιασικής δερματίτιδας, τοποθετείται τοπικά αντιμυκητιασική σκόνη ή κρέμα.

Ενδοσκοπική διαδερμική εντεροστομία

Σε ασθενείς με γαστρική ατονία  ή γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση, η τεχνητή σίτιση από τη γαστροστομία δημιουργεί έντονα προβλήματα (π.χ. γαστρική στάση, πόνος, καύσος), τα οποία οδηγούν στην πρώιμη διακοπή της. Στις περιπτώσεις αυτές, η εντερική σίτιση μπορεί να συνεχιστεί με έναν λεπτό καθετήρα σιλικόνης εντερικής διατροφής, ο οποίος αρχικά εισάγεται στο στομάχι μέσω της γαστροστομίας και ακολούθως προωθείται με το ενδοσκόπιο μέχρι τη νήστιδα.

Επί γαστρικής ατονίας απαιτείται ταυτόχρονα και αποσυμπίεση του στομάχου από τα στάσιμα γαστρικά υγρά. Για το σκοπό αυτό, μέσα από το σωλήνα γαστροστομίας εισάγεται στο στομάχι ειδικός καθετήρας με διπλό αυλό. Ο ένας   αυλός χρησιμεύει για την εντερική σίτιση στη νήστιδα και ο άλλος για την παροχέτευση του στομάχου. Όταν δεν είναι διαθέσιμος ο ειδικός αυτός καθετήρας διπλού αυλού, χρησιμοποιείται κοινός ουροκαθετήρας Folley τριπλού αυλού. Μέσα από τον έναν αυλό εισέρχεται ο λεπτός καθετήρας εντερικής σίτισης, ο οποίος προωθείται μέχρι τη νήστιδα. Ο δεύτερος αυλός χρησιμεύει για την αποσυμπίεση του στομάχου και ο τρίτος για τη διάταση του αεροθαλάμου και καθήλωση του καθετήρα Folley στο κοιλιακό τοίχωμα.

Μετά από χειρουργικές επεμβάσεις στο ανώτερο πεπτικό σύστημα, η πραγματοποίηση της ενδοσκοπικής γαστροστομίας ενδέχεται να είναι δύσκολη λόγω των ανατομικών μεταβολών ή ακόμα και ανέφικτη, εάν δεν επιτευχθεί διαφανοσκόπηση.

Μετά από γαστρεκτομή, η διαδερμική παρακέντηση του μικρού κολοβώματος του στομάχου διαμέσου του κοιλιακού τοιχώματος είναι δυσχερής, λόγω της υψηλής του θέσης στο αριστερό υποχόνδριο. Σε προηγηθείσα οπισθοκολική γαστροεντεροαναστόμωση, ο καθετήρας διέρχεται υποχρεωτικά από το εγκάρσιο κόλο.

Στις ασυνήθιστες αυτές περιπτώσεις, η τοποθέτηση διαδερμικής ενδοσκοπικής εντεροστομίας αποτελεί μία εναλλακτική λύση. Όπως και στην ενδοσκοπική γαστροστομία, η τεχνική της έλξεως με το νήμα είναι ασφαλέστερη και πιο αποτελεσματική. Αρχικά επιλέγεται το σημείο εισόδου του σωλήνα της εντεροστομίας. Στους ασθενείς με γαστρεκτομή και Billroth I ΓΕΑ καθώς και σε εκείνους με ενδοθωρακική θέση του στομάχου, ως πύλη εισόδου επιλέγεται το δωδεκαδάκτυλο, ενώ σε Billroth II ΓΕΑ προσφέρεται περισσότερο η απιούσα έλικα της νήστιδας.

Για την ασφαλή τοποθέτηση της εντεροστομίας, πολύτιμη είναι η συνδρομή του υπερηχογραφήματος και της ακτινοσκόπησης. Ψηλαφητικά και υπερηχογραφικά, προσδιορίζονται τα όρια του ήπατος και του σπλήνα. Στο παχύ έντερο χορηγείται αέρας ή υδατοδιαλυτή σκιαγραφική ουσία για να φανεί η θέση του στην ακτινοσκόπηση.

Αρχικά ένα λεπτό ενδοσκόπιο προωθείται διαστοματικά στο λεπτό έντερο μέχρι το σημείο που υπολογίζεται να τοποθετηθεί η εντεροστομία. Με τη διαφανοσκόπηση και τη συνδρομή της ακτινοσκόπησης προσδιορίζεται επακριβώς το σημείο εισόδου του σωλήνα της εντεροστομίας. Μετά τη ψηλάφηση και τη δοκιμαστική εισαγωγή λεπτής βελόνας στη νήστιδα, εισάγεται καθετήρας 14-Gauge στον αυλό του εντέρου, η θέση του οποίου ελέγχεται εκ των έσω ενδοσκοπικά. Αφαιρείται ο μεταλλικός στυλεός του  και δια του καθετήρα προωθείται στη νήστιδα ισχυρό νήμα μήκους 2 m. Η άκρη του νήματος συλλαμβάνεται   με ενδοσκοπική λαβίδα, η οποία μαζί με το ενδοσκόπιο σύρονται προς τα έξω δια του στόματος του ασθενούς.

Στη μια άκρη του νήματος προσδένεται ο καθετήρας της νηστιδοστομίας, ενώ το άλλο άκρο σύρεται σταθερά προς τα έξω, ωσότου η κεφαλή του σωλήνα συναντήσει αντίσταση στη νήστιδα και στο κοιλιακό τοίχωμα. Η τελική θέση του καθετήρα ελέγχεται ενδοσκοπικά και ακτινολογικά. Στη συνέχεια, ο καθετήρας στερεώνεται με μη απορροφήσιμο ράμμα στο δέρμα. Επειδή το εντερικό τοίχωμα έχει μικρό πάχος, οι καθετήρες που χρησιμοποιούνται για την εντεροστομία έχουν μικρότερο εύρος, συγκρινόμενοι μ’ εκείνους της γαστροστομίας.

Ενδοσκοπική διαδερμική τυφλοστομία

Σε ασθενείς με υποτροπιάζοντα επεισόδια ψευδοαπόφραξης του παχέος εντέρου (σύνδρομο Ogilvie), κάθε φορά επιχειρείται η έγκαιρη αποσυμπίεση του εντέρου   για την αποτροπή της ρήξης του τυφλού. Ο θεραπευτικός αυτός στόχος συνήθως υλοποιείται επιτυχώς με την κολοσκόπηση και την ενδοσκοπική διορθική τοποθέτηση ειδικού σωλήνα. Επί θεραπευτικής αστοχίας, η τυφλοστομία που γίνεται με χειρουργικό τρόπο αποτελεί τη θεραπεία εκλογής.

Εναλλακτική λύση στις περιπτώσεις αυτές αποτελεί η εγκατάσταση διαδερμικής ενδοσκοπικής τυφλοστομίας. Η τεχνική είναι παρόμοια μ’ εκείνη που εφαρμόζεται για την τοποθέτηση της ενδοσκοπικής γαστροστομίας, που υλοποιείται με την έλξη του σωλήνα με νήμα (τεχνική Ponsky- Gauderer).

Το κολοσκόπιο προωθείται μέχρι το τυφλό. Με τη διαφανοσκόπηση του κοιλιακού τοιχώματος και τον ενδοσκοπικό έλεγχο, εισάγεται διαδερμικά διά του κοιλιακού τοιχώματος καθετήρας στον αυλό του τυφλού. Επειδή το περιεχόμενο του τυφλού είναι παχύρευστο, τοποθετούνται σωλήνες ευρείας διαμέτρου. Αποφεύγεται η υπερβολική τάση στο τοίχωμα κατά τη στερέωση του σωλήνα της τυφλοστομίας, επειδή το τοίχωμα του τυφλού είναι λεπτό (2-3 mm) και ενδέχεται να νεκρωθεί, λόγω της ισχαιμίας από την πίεση.

Η τεχνική αυτή, συγκρινόμενη με την ενδοσκοπική γαστροστομία, συνοδεύεται από περισσότερες επιπλοκές και κινδύνους, επειδή το τυφλό είναι αποικισμένο με μεγάλο αριθμό μικροβίων. Μέσα από το σωλήνα της τυφλοστομίας αποβάλλεται αέρας και υδαρές εντερικό περιεχόμενο. Μπορούν να χορηγηθούν επίσης θεραπευτικά κλύσματα. Μόλις αποκατασταθεί ο φυσιολογικός εντερικός περισταλτισμός, ο σωλήνας τυφλοστομίας αφαιρείται με ήπια έλξη προς τα έξω. Το ιατρογενές εντεροδερματικό συρίγγιο θεραπεύεται από μόνο του, μέσα σε λίγες ημέρες, χωρίς να προκύψουν ιδιαίτερα προβλήματα.