2107486937 | Κερασούντος 4, Αθήνα [email protected]
Select Page

Ανεξάρτητα από το ποσό  του  αίματος  που  εξαγγειώθηκε και από τη γενική  κατάσταση  του   ασθενούς, τα  κριτήρια  βαρύτητας  μιας  αιμορραγίας  από  το  κατώτερο  πεπτικό σύστημα είναι: ο  ρυθμός  της  απώλειας του αίματος,  η  περιοχή  του πεπτικού  συστήματος  που   αιμορραγεί,  η  ηλικία  του ασθενούς,  η  φύση  και  η  έκταση  της  υποκείμενης  βλάβης,  οι  συνυπάρχουσες  παθήσεις  και  η  δυνατότητα  διαγνωστικής  και θεραπευτικής  αντιμετώπισης.

Η μορφή της αιμορραγίας καθορίζει την ταχύτητα και το χώρο της αντιμετώπισής της: η λανθάνουσα μπορεί να αντιμετωπισθεί στο εξωτερικό ιατρείο, η μέτρια όμως αιμορραγία χρειάζεται ενδονοσοκομειακή παρακολούθηση και διερεύνηση, ενώ η σοβαρή αιμορραγία απαιτεί επείγουσα εισαγωγή και μάλιστα στη μονάδα εντατικής θεραπείας.

Η αρχική αξιολόγηση, απαραίτητη και ολοκληρωμένη από την πρώτη επαφή με τον ασθενή, περιλαμβάνει:

  1. Το ιστορικό (κοιλιακά συμπτώματα, προηγούμενα αιμορραγικά επεισόδια, χαρακτήρες κενώσεων, διαταραχές πηκτικότητας),
  2. Τα κλινικά ευρήματα (αξιολόγηση σφυγμού, αρτηριακής πίεσης, βαθμού ενυδάτωσης, χροιάς επιπεφυκότων),
  3. Την αξιολόγηση του γαστρικού περιεχομένου (ρινογαστρικός σωλήνας: απουσία αίματος ή παρουσία χολής αποκλείουν αιμορραγία από τον ανώτερο πεπτικό σωλήνα),
  4. Τα ευρήματα της επισκόπησης και δακτυλικής εξέτασης του πρωκτού (ρήξη ή εξέλκωση των αιμορροΐδων μπορεί να προκαλέσει ακόμη και μαζική αιμορραγία) και
  5. Τον έλεγχο της μάζας των ερυθρών αιμοσφαιρίων (αιματοκρίτης, αιμοσφαιρίνη, σίδηρος ορού) και του πηκτικού μηχανισμού (χρόνος προθρομβίνης και μερικής θρομβοπλαστίνης, αιμοπετάλια και λειτουργία αυτών, ιδίως σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα επενεργούντα επ’ αυτής, όπως τα σαλικυλικά και τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη.

Η  παρουσία ερυθρού ζωηρού αίματος  στις  κενώσεις υποδηλώνει ότι  η  εστία της αιμορραγίας πιθανότατα   βρίσκεται στο  αριστερό κόλο. Αυτό  στηρίζεται  στο  γεγονός  ότι  το  αίμα  που  προέρχεται  από  το  δεξιό  κόλο  και πάνω,  αναμειγνύεται  και  ομογενοποιείται  με  το  εντερικό  περιεχόμενο  που  είναι  υδαρές   και δεν  είναι  δυνατόν  να  αναγνωρισθεί  από  τον ασθενή. Αντίθετα, το  αίμα  από  το  αριστερό  κόλο  επικαλύπτει  ανομοιογενώς  το  στερεό  εντερικό  περιεχόμενο,  έτσι  ώστε  αίμα  και  κόπρανα να  είναι ευδιάκριτα  και να αναγνωρίζονται  εύκολα  από  τον  ασθενή.

Η αποβολή ερυθρού αίματος από το ορθό σε ασθενή  με αιμοδυναμική  αστάθεια  και  αυξημένο περισταλτισμό  του  εντέρου,  συνηγορεί  στο  ότι  η  εστία βρίσκεται κεντρικότερα από  το  παχύ  έντερο  και  πρέπει  να  αναζητηθεί  στο  ανώτερο  πεπτικό.

Η  μικρή  ποσότητα  ερυθρού  αίματος,  που  κηλιδώνει   τη  λεκάνη  τουαλέτας, προέρχεται πιθανότατα από  τον  πρωκτικό σωλήνα. Σταγονοειδής  ή  μεγαλύτερη  απώλεια  ερυθρού  αίματος  μετά  από  μία  κένωση  χαρακτηρίζει την  απώλεια  αίματος  από  τις  αιμορροΐδες,  ενώ  οι  ραγάδες  συνοδεύονται  από  ισχυρό  πόνο. Η απώλεια  αίματος  από  νεοπλάσματα  της  ίδιας  περιοχής  μπορεί  να  μιμηθεί  τις   κοινές   αυτές  καταστάσεις.

Στη σοβαρή αιμορραγία επιβάλλεται ταυτόχρονη αξιολόγηση, ανάνηψη και διαγνωστική – θεραπευτική προσπάθεια. Η ανανηπτική προσπάθεια πρέπει να αξιολογείται με τη συνεχή εκτίμηση των ζωτικών λειτουργιών που αντικατοπτρίζουν την αιμοδυναμική κατάσταση του ασθενούς. Ο υπολογισμός του εξαγγειωθέντος αίματος είναι ανέφικτος λόγω της μεγάλης χωρητικότητας του εντέρου, η αναπλήρωση όμως του ενδοαγγειακού χώρου δύναται να εκτιμηθεί με την κεντρική φλεβική πίεση (ΚΦΠ). Επιβάλλεται, επίσης, ο έλεγχος της πηκτικότητας και η προστασία του πηκτικού μηχανισμού από τους κινδύνους των μαζικών μεταγγίσεων: η μετάγγιση αίματος με ρυθμό μεγαλύτερο των 50 ml / min μπορεί να επιφέρει διαταραχή της ομοιόστασης του ασβεστίου και της πηκτικότητας, που προλαμβάνεται ή βελτιώνεται με τη χορήγηση εξωγενούς ασβεστίου.

Στη μέτρια αιμορραγία, η φρόνηση επιβάλλει ετοιμότητα μετάγγισης, εάν υπάρχει ή εάν προκύψει αιμοδυναμική αστάθεια.

Η λανθάνουσα αιμορραγία δεν απαιτεί ανάνηψη, αλλά προσδιορισμό της σιδηροπενίας, της σιδηροδεσμευτικής ικανότητας και της φεριτίνης του ορού καθώς και έναρξη, αφενός, διόρθωσης της σιδηροπενικής αναιμίας με σκευάσματα θειικού σιδήρου και, αφετέρου, εντοπισμού και αναγνώρισης της πηγής της αιμορραγίας.

error: ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΜΕΝΟ!!