Πως ταξινομούνται οι βουβωνοκήλες;

kili21Υπάρχουν διάφοροι τρόποι ταξινόµησης της βουβωνοκήλης. Σκοπός της ταξινόµησης είναι να δώσει στους χειρουργούς µια κοινή γλώσσα επικοινωνίας, που να επιτρέπει τη σύγκριση των θεραπευτικών μεθόδων. Μια απλή και ευρέως χρησιµοποιούµενη ταξινόµηση της βουβωνοκήλης είναι η ταξινόµηση κατά Nyhus, η οποία χαίρει µεγάλου βαθµού αποδοχής από τους χειρουργούς. Αυτή επιτρέπει την περιγραφή των βουβωνοκηλών και µπορεί να χρησιµοποιηθεί σαν οδηγός επιλογής της κατάλληλης χειρουργικής τεχνικής. Παρέχει αντικειμενική αξιολόγηση στη σύγκριση των λαπαροσκοπικών µεθόδων µε τις ανοικτές µεθόδους. Σύμφωνα λοιπόν με την κατάταξη κατά Nyhus διακρίνουμε τέσσερις τύπους κηλών, ήτοι:

Τύπος Ι:

Είναι η λοξή βουβωνοκήλη στην οποία το έσω βουβωνικό στόμιο έχει φυσιολογικό μέγεθος, σχήμα και κατασκευή. Συνήθως απαντάται σε βρέφη, παιδιά και νεαρούς ενήλικες. Ο κηλικός σάκος εκτείνεται σε διάφορη απόσταση από το έσω στόμιο μέχρι το μέσο του βουβωνικού πόρου.

Τύπος ΙΙ:

Είναι η λοξή βουβωνοκήλη που έχει διευρυμένο το έσω βουβωνικό στόμιο αλλά με φυσιολογικό το οπίσθιο τοίχωμα του βουβωνικού πόρου. Το τρίγωνο  Hesselbach  είναι φυσιολογικό όταν ψηλαφάται μέσω του ανοικτού περιτοναϊκού σάκου. Η κηλικός σάκος δεν βρίσκεται στο όσχεο αλλά μπορεί να εκτείνεται σε όλο το βουβωνικό πόρο.

Τύπος ΙΙΙ:

Οι βουβωνοκήλες τύπου ΙΙΙ μπορεί να είναι τριών υποκατηγοριών, ευθεία (ΙΙΙα), λοξή (ΙΙΙβ), μηροκήλη (ΙΙΙγ). Ο τύπος  ΙΙΙα περιλαμβάνει όλες τις ευθείες βουβωνοκήλες, στις οποίες η πρόπτωση δεν γίνεται μέσω του έσω βουβωνικού στομίου. Η αδυνατισμένη εγκάρσια περιτονία (οπίσθιο τοίχωμα του βουβωνικού πόρου επί τα εντός των κάτω επιγαστρικών αγγείων) προβάλλει προς τα έξω μπροστά από το κηλικό περιεχόμενο. Ο τύπος IIIβ περιλαμβάνει τις λοξές βουβωνοκήλες που έχουν χαλαρό έσω στόμιο και συνυπάρχει αποδυνάμωση του οπισθίου τοιχώματος του βουβωνικού πόρου. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι κατ’ επολίσθηση βουβωνοκήλες καθώς και οι μικτές βουβωνοκήλες που χαρακτηρίζονται από συνύπαρξη λοξής και ευθείας βουβωνοκήλης (κήλες σαν παντελόνι). Η κηλικός σάκος συχνά φθάνει μέχρι το όσχεο. Σποραδικά το τυφλό από τη δεξιά πλευρά ή το σιγμοειδές από την αριστερή πλευρά  αποτελούν ένα τμήμα του τοιχώματος του σάκου. Αυτές οι κατ’ επολίσθηση κήλες πάντα καταστρέφουν ένα μέρος του εδάφους του βουβωνικού πόρου. Ο τύπος ΙΙΙγ είναι οι μηροκήλες με έλλειμμα στο οπίσθιο τοίχωμα.

Τύπος ΙV:

βοβωνοκηληΟι κήλες τύπου  IV είναι οι υποτροπιάζουσες κήλες. Μπορεί να είναι ευθείες (τύπος  IVα), λοξές (τύπος  IVβ), μηροκήλες  (τύπος IVγ), είτε συνδυασμός αυτών των τύπων (τύπος IVδ).

Μια ιδιαίτερη κατηγορία βουβωνοκήλης είναι η λεγόμενη κατ’ επολίσθηση βουβωνοκήλη. Κατ’ επολίσθηση είναι η βουβωνοκήλη εκείνη, στην οποία μέρος του κηλικού της σάκου είναι το τοίχωμα κάποιου ενδοκοιλιακού σπλάγχνου (π.χ. έντερο, ουροδόχος κύστη). Περίπου το 8% όλων των περιπτώσεων βουβωνοκήλης παρουσιάζεται με αυτό το εύρημα, αλλά η επίπτωση σχετίζεται με την ηλικία. Σπάνια απαντάται σε ασθενείς, νεότερους των 30 ετών, αλλά αυξάνει στο 20% μετά την ηλικία των 70 ετών. Στα δεξιά, το τυφλό, το ανιόν κόλον και η σκωληκοειδής απόφυση είναι τα πιο συχνά εμπλεκόμενα όργανα, ενώ στα αριστερά, το σιγμοειδές. Η μήτρα, οι σάλπιγγες, οι ωοθήκες, ο ουρητήρας και η ουροδόχος κύστη μπορεί να εμπλέκονται και στις δυο πλευρές. Η κατ’ επολίσθηση συνιστώσα συχνά βρίσκεται στην οπισθιοπλάγια πλευρά του έσω βουβωνικού στομίου.

Η κλινική σπουδαιότητα αυτής της κατάστασης έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια με τη συνειδητοποίηση ότι δεν είναι απαραίτητη η εκτομή του κηλικού σάκου και ότι η απλή ανάταξη στον προπεριτοναϊκό χώρο είναι επαρκής. Αυτό εξαλείφει τον πρωτεύοντα κίνδυνο, που είναι ο τραυματισμός του σπλάγχνου κατά την υψηλή απολίνωση και εκτομή του κηλικού σάκου.