Πως γίνεται η διάγνωση της βουβωνοκήλης και ποιες ακτινολογικές εξετάσεις κάνουμε;

11Για τη διάγνωση της βουβωνοκήλης είναι απαραίτητη η προσεκτική κλινική εξέταση από έμπειρο ιατρό, σε συνδυασμό με την αναλυτική καταγραφή των συμπτωμάτων και του ιστορικού του ασθενούς. Η τελική επιβεβαίωση της διάγνωσης θα πρέπει να γίνεται  πάντοτε από εξειδικευμένο χειρουργό, ο οποίος θα αξιολογήσει το μέγεθος και την ακριβή τοποθεσία της κήλης αλλά και θα αποκλείσει άλλες συναφείς παθήσεις.

Κατά την κλινική εξέταση, ο ασθενής τοποθετείται σε όρθια θέση κοιτώντας προς τον εξεταστή ο οποίος είναι καθιστός. Κατά την επισκόπηση αναγνωρίζεται ασυµµετρία ή  διόγκωση της βουβωνικής περιοχής. Εάν ο ασθενής βήξει ή υποβληθεί σε δοκιµασία Valsalva, η διόγκωση μεγαλώνει και η κήλη γίνεται πλήρως ορατή. Τα ακροδάκτυλα του εξεταστή τοποθετούνται πάνω στην βουβωνική περιοχή και ο ασθενής επαναλαµβάνει τη δοκιµασία Valsalva. Τότε γίνεται αντιληπτή µία διόγκωση η οποία, εάν έχει πορεία από έξω προς τη µέση γραµµή, είναι συµβατή µε λοξή βουβωνοκήλη. Αν η διόγκωση προσπίπτει επί των δακτύλων του εξεταστή από τα εν τω βάθει προς τα επιπολής στρώµατα διαµέσου του οπίσθιου τοιχώµατος του πόρου, τότε αυτή είναι συµβατή µε ευθεία βουβωνοκήλη. Η διαφοροδιάγνωση µεταξύ λοξής και ευθείας κήλης κατά την κλινική εξέταση δεν κρίνεται απαραίτητη µια και η διόρθωση και των δύο απαιτεί την ίδια χειρουργική αντιμετώπιση.

Η ακρίβεια µε την οποία µπορεί να γίνει διάκριση της ευθείας από τη λοξή κήλη µε την κλινική εξέταση, είναι χαµηλή. Όµως, η κλασική διδαχή προβλέπει ότι η λοξή κήλη θα σπρώξει ενάντια στην άκρη του δακτύλου. Επιπλέον, η εφαρµογή πίεσης πάνω στο µέσο σηµείο του βουβώνα (στο ήµισυ µεταξύ άνω πρόσθιας λαγόνιου άκανθας και ηβικού φύµατος και αµέσως πάνω από τον βουβωνικό σύνδεσµο) µε την άκρη του δακτύλου, θα ελέγξει µια λοξή κήλη και θα την εµποδίσει να προβάλλει, όταν ο ασθενής αυξήσει την ενδοκοιλιακή πίεση. Μια ευθεία κήλη δεν θα επηρεαστεί από τη δοκιµασία αυτή.

Μια διόγκωση η οποία προβάλλει κάτω από το βουβωνικό σύνδεσμο και δίπλα στα µηριαία αγγεία είναι συµβατή µε µηροκήλη και πρέπει να διαφοροδιαγνωστεί από µία βουβωνοκήλη κατά την κλινική εξέταση. Στη συνέχεια ο ασθενής τοποθετείται σε ύπτια θέση και επαναλαµβάνονται οι ίδιες κλινικές δοκιμασίες.

Όταν το µόρφωµα της βουβωνικής περιοχής, όπως αναφέρεται από τον ασθενή, δεν είναι δυνατό να ανευρεθεί, τότε αυτό µπορεί να γίνει ορατό εάν αφήσουµε τον ασθενή σε όρθια θέση για κάμποση ώρα. Σπάνια, όταν δεν µπορούµε να αναδείξουµε τη διόγκωση, ο ασθενής θα πρέπει να επανεξετασθεί σε δεύτερο χρόνο.

Οι κρυφές βουβωνοκήλες είναι ένα σηµαντικό πρόβληµα στις γυναίκες, επειδή το δέρµα των µεγάλων χειλέων δεν επιτρέπει την εύκολη εξέταση του βουβωνικού πόρου. Υπάρχει ανεπαρκές πλεόνασµα δέρµατος ώστε να επιτραπεί η ανάσπαση και η ψηλάφηση του δαπέδου του βουβωνικού πόρου με το δάκτυλο του εξεταστή. Η διαφορική διάγνωση του βουβωνικού πόνου στις γυναίκες καθιστά τη διάγνωση µιας κρυφής βουβωνοκήλης δύσκολη. Οι βουβωνοκήλες στις γυναίκες γίνονται εµφανείς κατά την εγκυµοσύνη και αυτές αντιµετωπίζονται καλύτερα µετά το πέρας της κύησης.

Πρέπει να γίνεται πάντα διάκριση του πόνου στη βουβωνική χώρα, εάν προέρχεται από βουβωνοκήλη ή από άλλη αιτία π.χ. να πρόκειται για μυοσκελετικό πόνο. Όταν υπάρχει ορατή διόγκωση, η διαφορική διάγνωση περιλαμβάνει τη μηροκήλη, την υδροκήλη, την κιρσοκήλη, ένα διογκωμένο λεμφαδένα, το απόστημα βουβωνικής χώρας, το αιμάτωμα που προέκυψε μετά από κάκωση, ή αυτόματα σε ασθενείς που παίρνουν αντιπηκτικά φάρμακα.

kili61Ο ακτινολογικός έλεγχος της βουβωνικής περιοχής µερικές φορές είναι απαραίτητος για τη oρθή διάγνωση της αιτίας του πόνου ή για τη διερεύνηση ενός κλινικού ευρήματος, καθώς η φυσική εξέταση µπορεί να μην είναι είναι διαφωτιστική. Οι σύγχρονες απεικονιστικές τεχνικές χρησιµοποιούνται µε ολοένα αυξανόµενη συχνότητα για την κλινική διάγνωση και αξιολόγηση της βουβωνοκήλης. Η βουβωνοκήλη απεικονίζεται σαν μια παθολογική διεύρυνση της προσθιοπίσθιας διαµέτρου του βουβωνικού πόρου ή σαν μια προβολή λιπώδους ιστού ή εντέρου µέσα στον βουβωνικό πόρο. Σημαντική συμπληρωματική εξέταση αποτελεί το λεγόμενο «δυναμικό» υπερηχογράφημα της βουβωνικής χώρας, δηλαδή με αυξημένη ενδοκοιλιακή πίεση, ούτως ώστε να φανεί ακόμη και η λανθάνουσα ή αρχόμενη κήλη. Με την εξέταση αυτή ελέγχεται επίσης και το όσχεο και γίνεται η διάγνωση ενδεχόμενης υδροκήλης ή κιρσοκήλης.

Η µαγνητική τοµογραφία (MRI) ταχείας καταγραφής (fast imaging MRI scanners), επιτρέπει τη δυναµική απεικόνιση (δηλαδή, απεικόνιση κατά την αύξηση της ενδοκοιλιακής πίεσης) και είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτική στη διάγνωση ακόμα και των πολύ μικρών κηλών. Και η MRI και η CT βοηθούν σημαντικά στη διάγνωση των βουβωνοκηλών που δεν είναι ψηλαφητές και µπορούν να αποκαλύψουν κι άλλες αιτίες βουβωνικού άλγους, λόγω της ικανότητας να απεικονίζουν με ακρίβεια την ανατομία της βουβωνικής χώρας. Η ευαισθησία (ποσοστό ασθενών µε σωστή θετική διάγνωση) και η ειδικότητα (ποσοστό ασθενών µε σωστή αρνητική διάγνωση) είναι 74,5% και 96,3% για τη φυσική εξέταση, 92,7% και 81,5% για την υπερηχοτοµογραφία και 94,5% και 96,3% για την MRI, αντίστοιχα.