ΒΟΥΒΩΝΟΚΗΛΗ

kili3Η βουβωνική περιοχή είναι η συνηθέστερη θέση για την εμφάνιση κήλης, η οποία ονομάζεται βουβωνοκήλη. Αυτό συμβαίνει, επειδή το κοιλιακό τοίχωμα στη συγκεκριμένη ανατομική θέση δέχεται μεγάλες ενδοκοιλιακές πιέσεις, ενώ παράλληλα περιέχει πολλές και σύνθετες ανατομικές δομές. Πιο συγκεκριμένα, στη βουβωνική χώρα υπάρχει ο λεγόμενος βουβωνικός πόρος. Πρόκειται για ένα λοξό κανάλι, μέσα από το οποίο διέρχονται ο σπερματικός τόνος στους άνδρες και ο στρογγύλος σύνδεσμος της μήτρας στις γυναίκες, αιμοφόρα και λεμφικά αγγεία, καθώς και νεύρα. Επίσης, μέσα από τον βουβωνικό πόρο γίνεται η κάθοδος των όρχεων στα άρρενα έμβρυα κατά τη διάρκεια σχηματισμού των οργάνων, οι οποίοι καταλήγουν στο όσχεο. Όταν δημιουργείται μία βουβωνοκήλη στην ουσία σχηματίζεται ένας σάκος από το περιτόναιο, δηλαδή τη μεμβράνη που καλύπτει το εσωτερικό της κοιλιάς. Στον σάκο αυτό προσπίπτει κάποιο ενδοκοιλιακό σπλάχνο που μπορεί να είναι επίπλουν, λεπτό έντερο και σπανιότερα παχύ έντερο ή ουροδόχος κύστη.

kili20Η βουβωνοκήλη διακρίνεται σε λοξή και ευθεία. Λοξή βουβωνοκήλη, είναι η κήλη εκείνη της οποίας το προσπίπτον σπλάχνο περνάει μέσα από το έσω στόμιο του βουβωνικού πόρου και ακολουθεί την πορεία του σπερματικού πόρου και των αγγείων του όρχεως προς το όσχεο. Σε περίπτωση μεγάλης λοξής βουβωνοκήλης το προβάλλων όργανο κατέρχεται μέχρι το όσχεο, το οποίο και διατείνεται. Η βουβωνοκήλη αυτή ονομάζεται τότε οσχεοκήλη. Όσχεο ονομάζεται ο ανατομικός σάκος μέσα στον οποίο στον άνδρα βρίσκονται οι όρχεις. Ευθεία βουβωνοκήλη, είναι η κήλη της οποίας το προσπίπτον σπλάχνο δεν περνάει από το έσω βουβωνικό στόμιο αλλά προβάλλει από το έδαφος (το οπίσθιο τοίχωμα) του βουβωνικού πόρου, από κάποιο ευένδοτο σημείο της εγκάρσιας περιτονίας που, ως γνωστό, αποτελεί το οπίσθιο τοίχωμα του βουβωνικού πόρου. Οι λοξές βουβωνοκήλες είναι συχνότερες από της ευθείες βουβωνοκήλες και εμφανίζονται συνηθέστερα σε άνδρες νέας ηλικίας. Η ευθεία είναι η συνηθέστερη βουβωνοκήλη στις γυναίκες, ενώ στους άνδρες εμφανίζεται συνηθέστερα σε άτομα μεγάλης ηλικίας.

10Επιπλέον η λοξή βουβωνοκήλη είναι η συνηθέστερη μορφή συγγενούς κήλης. Εμφανίζεται σε βρεφική ή παιδική ηλικία, κατεξοχήν σε αγόρια, και οφείλονται σε ατελή σύγκληση του ελυτροπεριτοναϊκού πόρου κατά την κάθοδο του όρχεως από την κοιλιά στο όσχεο. Οι συγγενείς βουβωνοκήλες είναι συχνές σε ελλειποβαρή νεογέννητα άτοµα. Συνήθως θεραπεύονται από μόνες τους με ανάπτυξη συνδετικού ιστού και την επούλωση του σημείου προβολής. Σε λίγες περιπτώσεις, που δεν είναι επιτυχής η αυτόματη διόρθωση της κήλης, τα παιδιά αυτά θα πρέπει πρώιμα να υποβάλλονται σε χειρουργική επέμβαση αποκατάστασης της συγγενούς κήλης.

Οι βουβωνοκήλες αποτελούν ένα από τα συχνότερα χειρουργικά προβλήµατα στην καθημέρα κλινική πράξη και αντιπροσωπεύουν περίπου το 10%-30% του συνόλου των επεμβάσεων στα τμήματα γενικής χειρουργικής παγκοσμίως.

Η βουβωνοκήλη είναι η συνηθέστερη κήλη του ανθρώπινου σώματος και αποτελεί το 75% του συνολικού αριθμού των κηλών του κοιλιακού τοιχώματος. Περίπου το 50% των βουβωνοκηλών είναι λοξές και 25% ευθείες. Οι µετεγχειρητικές κήλες αποτελούν το 10%, ενώ οι µηροκήλες το 5% των περιπτώσεων. Σπάνια είδη κηλών αποτελούν το υπόλοιπο 5-10%.

kili22Οι λοξές βουβωνοκήλες αφορούν άνδρες νεαρής ηλικίας, συνήθως είναι ετερόπλευρες και παρουσιάζουν συχνότερα τάση για περίσφιξη. Οι ευθείες βουβωνοκήλες είναι συνήθως αμφοτερόπλευρες, σπάνια παθαίνουν περίσφιξη, ενώ σε αντίθεση με τις λοξές βουβωνοκήλες αφορούν άτομα μεγάλης ηλικίας και οφείλονται σε εξασθένιση των μυών του κοιλιακού τοιχώματος. Οι ευθείες κήλες είναι σπάνιες στις γυναίκες, σχεδόν σε σηµείο να αποτελούν περιπτώσεις προς αναφορά.

Οι βουβωνοκήλες της δεξιάς πλευράς είναι πολύ πιο συχνές από αυτές της αριστερής. Γενικά οι βουβωνοκήλες είναι συχνότερες στους άνδρες 80%, παρά στις γυναίκες 20%. Υπολογίζεται ότι βουβωνοκήλη θα εμφανίσει το 27% των ανδρών και το 3% των γυναικών. Η συχνότητα της βουβωνοκήλης στους άνδρες εξαρτάται ξεκάθαρα από την ηλικία. Για έναν ενήλικα άνδρα, η επίπτωση αυξάνεται σταθερά µε την ηλικία και έχει αναφερθεί ότι πλησιάζει το 50% στους άνδρες άνω των 75 ετών.