ΣΠΑΣΤΙΚΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ

Τι είναι η σπαστική κολίτιδα ή  το σύνδρομο του ευερεθίστου εντέρου – Ορισμός

ΣΠΑΣΤΙΚΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ2Το σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου ή όπως αλλιώς λέγεται «σπαστική κολίτιδα», είναι χρόνια υποτροπιάζουσα λειτουργική διαταραχή, που δεν συνοδεύεται από βιοχημικές ανωμαλίες ή ανατο­μικές ή ιστολογικές βλάβες του πεπτικού σωλήνα. Εκδηλώνεται με κοιλιακό πόνο ή δυσφορία στην κοιλιακή χώρα, διαταραχές του ρυθμού της αφόδευ­σης και της σύστασης των κοπράνων, ενώ αρκετές φορές ο ασθενής παραπονείται για αίσθημα διά­τασης της κοιλίας.

Συνώνυμα του όρου ευερέθιστο έντερο είναι το «σπαστικό κόλον», η «σπαστική κολίτιδα» και η «βλεννώδης κολίτιδα». Ο όρος «κολίτιδα» δεν πρέ­πει να χρησιμοποιείται, επειδή η ελληνική κατάληξη «-ίτις» υποδηλώνει φλεγμονή.

Η διάγνωση του συνδρόμου ευερεθίστου εντέ­ρου στηρίζεται σε κλινικά κριτήρια, δηλαδή στα τυπικά συμπτώματα του συνδρόμου. Εργαστηρια­κός έλεγχος για τον αποκλεισμό οργανικών νό­σων του πεπτικού διενεργείται όταν κριθεί απα­ραίτητο από το θεράποντα γιατρό.

Πόσο συχνό είναι το  ευερέθιστο έντερο

ΣΠΑΣΤΙΚΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ1Το ευερέθιστο έντερο είναι ένα από τα πλέον συχνά νοσήµατα. Εκτιµάται ότι 25-40% των ασθενών που επισκέπτονται το γιατρό πάσχει από λειτουργικές διαταραχές του πεπτικού σωλήνα και ότι 15-20% του πληθυσµού παρουσιάζει συµπτώµατα ευερεθί­στου εντέρου. Η συχνότητα της νόσου είναι διπλάσια στις γυναίκες σε σχέ­ση µε τους άνδρες, οι δε ασθενείς µε σύνδροµο ευε­ρεθίστου εντέρου καταναλώνουν µέχρι και 60% περισσότερους πόρους υγείας το χρόνο από τα ά­τοµα που δεν παρουσιάζουν συµπτώµατα συνδρό­µου ευερεθίστου εντέρου.

Η νόσος προσβάλλει όλες τις φυλές, είναι όµως περισσότερο συχνή στον αστικό πληθυσµό σε σύγ­κριση µε τους κατοίκους της υπαίθρου. Παρατηρεί­ται σε όλες τις ηλικίες, αλλά η συχνότητά της µειώ­νεται στην τρίτη ηλικία (>65 ετών). Ο εξάµηνος επιπολασµός των ενοχληµάτων του ευε­ρεθίστου εντέρου στον ελληνικό αστικό πληθυσµό είναι 21%.

Ποιοι είναι οι εκλυτικοί παράγοντες του ευερέθιστου εντέρου

Στους ασθενείς με σύνδρομο ευερεθίστου εντέ­ρου η πρόκληση συμπτωμάτων πυροδοτείται συχνά από ένα ευρύ φάσμα παραγόντων, στους οποίους οι ασθενείς είναι περισσότερο ευαίσθητοι και αντιδρα­στικοί σε σχέση με τους υγιείς. Στους παράγοντες αυτούς περιλαμβάνονται, το άγχος και η σω­ματοποίησή του, η κατάθλιψη, διάφορες τροφές, κοινές φλεγμονές και λοιμώξεις (γαστρεντερίτιδες), φάρμακα, ορμόνες (καταμήνιος κύκλος), οι αλλαγές των εποχών και πολλοί άλ­λοι. Η υπερβολική ανταπόκριση σε αυτά τα ερεθί­σματα πυροδοτεί τον πόνο και τα άλλα συμπτώμα­τα του συνδρόμου.

ΣΠΑΣΤΙΚΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ3Μέχρι και 80% των ασθενών µε σύνδροµο ευερεθίστου εντέρου εµφανίζουν ψυχοπαθολογικές δια­ταραχές. Γενι­κά, οι ασθενείς µε σύνδροµο ευερεθίστου εντέρου ως οµάδα εµφανίζουν συχνότερα κατάθλιψη, αγχώ­δη νεύρωση, και φοβίες, καθώς και διαταραχές σω­µατοποίησης όπως αίσθηµα πίεσης στο θώρακα ή αίσθηµα δύσπνοιας, αίσθηµα διάτασης της κοιλίας ή νυγµώδη κοιλιακά άλγη. Με το σύνδροµο ευερε­θίστου εντέρου σχετίζονται επίσης η επιθετικότητα και η υποχονδρίαση.

Παρά το γεγονός ότι τα ψυχικά νοσήµατα δεν προκαλούν σωµατικά συµπτώµατα, οι ψυχιατρικές διαταραχές επηρεάζουν την αντίληψη των σωµατι­κών συµπτωµάτων, όπως και τον τρόπο της παρουσίασής τους από τον ασθενή.

Οι συχνότερα αναφερόµενες ψυχιατρικές δια­ταραχές είναι η κατάθλιψη και οι κρίσεις πα­νικού. Η κατάθλιψη αποτελεί το ένα τρίτο των ψυχιατρικών διαγνώσεων στους ασθενείς µε σύνδροµο ευερεθίστου εντέρου. Η κατάθλιψη και το άγχος που εκφρά­ζουν οι ασθενείς µε σύνδροµο ευερεθίστου εντέρου οφείλονται, τουλάχιστον µερικώς, στην αρνητική επίδραση της χρόνιας νόσου στην ποιότητα της ζωής τους. Με τη χορήγηση θεραπείας για την κατάθλιψη ή την αγχώδη νεύρωση παρατηρείται σηµαντική βελτίωση και στα κοιλιακά ενοχλήµατα των ασθενών.

Το ψυχολογικό και συναισθηµατικό stress µπορεί να αποδιοργανώσει τη γαστρεντερική λει­τουργία ακόµη και σε φυσιολογικά άτοµα, προκα­λώντας συµπτώµατα όπως κοιλιακός πόνος και διάρροια. Το stress που οφείλεται σε γεγονότα της οικογενειακής και κοινωνικής ζωής πυροδοτεί την εμφάνιση, την υποτροπή ή την επιδείνωση των συμπτωμάτων του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου. Έχει περιγραφεί ότι προβλήματα στο γάμο, ένταση στις σχέσεις με τους γονείς ή τα παιδιά, επαγγελματικές δυσκολίες, έντονο συναισθηματικό stress κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας, που αφορά είτε την απώλεια ενός γονέα, είτε τη σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση παρατηρούνται συχνότερα στους ασθενείς με σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου.

Ποιος είναι ο ρόλος των τροφών και των υδατανθράκων (σακχάρων) στο ευερέθιστο έντερο

ΣΠΑΣΤΙΚΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ4Πολλοί ασθενείς με ευερέθιστο έντερο αναφέρουν δυσανεξία σε ποι­κίλες τροφές όπως το ψωµί, τα ζυµαρικά, τις πατάτες, τα όσπρια, τα φρούτα, το γάλα και τις φυτικές ίνες. Οι τροφές αυτές περιέχουν σηµα­ντικές ποσότητες υδατανθράκων (άµυλο, φρου­κτόζη, σορβιτόλη, λακτόζη), που απορροφούνται ατελώς από το λεπτό έντερο του ανθρώπου.

Η παραγωγή συµπτωµάτων από το πεπτικό σύστηµα µετά από τη λήψη ατελώς απορροφού­µενων υδατανθράκων εξαρτάται από τους ακόλου­θους παράγοντες. Πρώτον, την εφάπαξ και την ηµερήσια δόση του ατελώς απορροφούµενου υ­δατάνθρακα. Δεύτερον, το µοριακό βάρος του υδατάνθρακα, που καθορίζει την ωσµωτική δρα­στηριότητά του στον εντερικό αυλό. Τρίτον, την ταχύτητα διέλευσης του υδατάνθρακα από το λε­πτό έντερο (χρόνος διάβασης του λεπτού εντέ­ρου), που επηρεάζει τη διάρκεια επαφής του µο­νοσακχαρίτη ή δισακχαρίτη µε τα κύτταρα του εντερικού βλεννογό­νου. Ο χρόνος διάβασης εξαρτάται από την ταχύ­τητα κενώσεως του στοµάχου, την κινητικότητα του λεπτού εντέρου και την απορροφητική ικανό­τητα του λεπτού και του παχέος εντέρου. Οι τελευταίοι αυτοί παράγοντες ποικίλλουν από άτοµο σε άτοµο.

Οι ατελώς απορροφούµενοι υδατάνθρακες α­ποτελούν το υπόστρωµα µεταβολισµού των µικρο­βίων του παχέος εντέρου. Κατά τη µικροβιακή ζύ­µωση των υδατανθράκων παράγονται CO2, Η2, CH4, γαλακτικό οξύ και λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου. Αν η ποσότητα των υδατανθράκων που δυσαπορροφείται είναι σηµαντική, τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου που παράγονται δεν προλαβαί­νουν να απορροφηθούν, µε αποτέλεσµα τα κόπρα­να να γίνονται όξινα και να ακολουθεί ωσµωτική διάρροια, που περιέχει εκτός από τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου και υδατάνθρακες που έχουν δυ­σαπορροφηθεί.

Η λακτόζη, η φρουκτόζη και η σορβιτό­λη απορροφούνται ατελώς από το λεπτό έντερο και µπορεί να αποτελούν αιτία κοιλιακών συµ­πτωµάτων σε υγιή άτοµα. Τα κοιλιακά συµπτώµατα που οφείλονται στην ατε­λή απορρόφηση των υδατανθράκων της τροφής δεν διαφέρουν από εκείνα του ευερεθίστου εντέ­ρου.

Το γάλα αποτελεί σηµαντική τροφή, τόσο κατά την παιδική ηλικία όσο και στη µετέπειτα ζωή του ανθρώπου. Σηµαντικός αριθµός τροφών περιέχουν λακτόζη, όπως είναι οι σοκολάτες (10% λακτόζη), τα παγωτά (10% λακτόζη), τα µπισκότα και τα γλυ­κίσµατα. Η πέψη της λακτόζης (δισακχαρίτης) α­παιτεί φυσιολογική δραστηριότητα του ενζύµου λακτάση, ώστε να διασπασθεί η λακτόζη σε γα­λακτόζη και γλυκόζη, οι οποίες απορροφούνται από το λεπτό έντερο.

Η δυσαπορρόφηση της λακτόζης αποτελεί ση­µαντικό µειονέκτηµα, επειδή αρκετά άτοµα πα­ρουσιάζουν κοιλιακά άλγη, µετεωρισµό, βορβο­ρυγµούς και διάρροια µετά από λήψη ενός µόνο ποτηριού (220 ml) γάλακτος, που περιέχει 12 g λακτόζη. Τα συµπτώµατα αυτά οφείλονται στην ατελή υδρόλυση της λακτόζης. Η λακτόζη που δυ­σαπορροφείται αυξάνει την ωσµωτική πίεση του περιεχοµένου του λεπτού εντέρου, που αντιρρο­πείται από τον οργανισµό µε έκκριση ύδατος στον εντερικό αυλό. Αποτέλεσµα της αύξησης του όγκου του περιεχοµένου του λεπτού εντέρου είναι η αύ­ξηση της κινητικότητας του λεπτού εντέρου, που εκδηλώνεται µε κοιλιακά άλγη και έντονους βορβορυγµούς. Η λακτόζη που δυσαπορροφείται εισέρ­χεται στο παχύ έντερο, όπου µεταβολίζεται από τη χλωρίδα του παχέος εντέρου σε Η2, CH4 και λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου και προκαλεί αίσθηµα κοι­λιακής διάτασης, πόνο και διάρροια.

Οι λαοί της Βορειοδυτικής Ευρώπης παρουσιά­ζουν χαµηλό ποσοστό υπολακτασίας (1-3%). Αντί­θετα, οι πληθυσµοί της περιοχής της Μεσογείου παρουσιάζουν σηµαντικού βαθµού δυσαπορρόφη­ση της λακτόζης, που αφορά το 60-70% του πλη­θυσµού. Στην Ελλάδα, το 70% των Ελλήνων ενηλίκων παρουσιά­ζουν µειωµένη δραστηριότητα του ενζύµου λακτάση (υπολακτασία).

Η φρουκτόζη είναι το σάκχαρο των φρούτων. Επίσης χρησιµοποιείται σαν γλυκαντικό σε πολλά αναψυκτικά, γλυκίσµατα, όπως και στις δίαιτες των διαβητικών. Σηµαντική ποσότητα φρουκτόζης πε­ριέχει το µέλι. Ορισµένα φυσιολογικά άτοµα δυσα­πορροφούν εφάπαξ δόση φρουκτόζης µικρότερη από 10g. Η σορβιτόλη είναι επίσης φυσικό σάκ­χαρο, που περιέχεται σε σηµαντικές ποσότητες στα µήλα, τα δαµάσκηνα, τα κεράσια και τα ροδάκινα, ενώ χρησιµοποιείται στη βιοµηχανία τροφίµων σαν γλυκαντική ουσία. Πρόσφατες µελέτες έδειξαν ότι ακόµα και µικρές δόσεις σορβιτόλης (5 g) δυσα­πορροφούνται από φυσιολογικά άτοµα. Δυσανεξία στη φρουκτόζη και τη σορβιτόλη απαντά στο 30- 50% του πληθυσµού.

Η κατανάλωση φυτικών ινών και υδατανθράκων συσχετίζεται συχνά µε την εµφάνιση συµπτωµάτων σε ασθενείς µε σύνδροµο ευερεθίστου εντέρου. Η δυτικού τύπου δίαιτα συνήθως περιέχει 250-300 g υδατανθράκων τη µέρα, τα οποία καλύπτουν το 40- 60% των θερµιδικών αναγκών του ανθρώπου. Το άµυλο είναι ο κύριος υδατάνθρακας (50%) της δια­τροφής, αν και την τελευταία δεκαετία παρατηρεί­ται προοδευτική αύξηση κατανάλωσης µονοσακχα­ριτών και δισακχαριτών µε τη µορφή γλυκισµάτων, υδατανθρακούχων αναψυκτικών και σουκρόζης (ζάχαρη).

Οι πλέον σηµαντικές πηγές αµύλου της διατρο­φής του ανθρώπου είναι το ψωµί από δηµητριακά (40-90% άµυλο), τα ζυµαρικά, το ρύζι, τα φασόλια (30-70% άµυλο) και οι πατάτες (60-90% άµυλο). Το άµυλο είναι πολυσακχαρίτης που αποτελείται από µόρια γλυκόζης. Η διάσπαση του αµύλου γί­νεται από την αµυλάση του παγκρέατος σε ολιγοσακχαρίτες και γλυκόζη, η οποία στη συνέ­χεια απορροφείται από το βλεννογόνο του λεπτού εντέρου. Το 10-20% του αµύλου της τροφής πέπτεται ατελώς, µε αποτέλεσµα να δυσα­πορροφείται και να εισέρχεται στο παχύ έντερο, όπου µεταβολίζεται περαιτέρω από τη µικροβιακή χλωρίδα του παχέος εντέρου. Μόνο το άµυλο που περιέχεται στο ρύζι απορροφείται πλήρως από το λεπτό έντερο σε δόση µέχρι 100 g.

Τροφική αλλεργία: Δεν εχει αποδειχθεί οτι στην παθογένεια του συνδρόµου ευερεθίστου εντέρου εµπλέκονται µηχανισµοί τροφικής αλλεργίας. Αν και πολλοί ασθενείς αναφέρουν συσχέτιση της έναρξης ή της επίτασης των συµπτωµάτων τους µε συγκεκρι­µένες τροφές, ο ρόλος της διακοπής λήψης ορι­σµένων τροφών είναι αµφιλεγόµενος. Παραδεί­γµατα τέτοιων τροφών είναι: τα γαλακτοκοµικά, η σοκολάτα, ο καφές, το τσάι, το αλκοόλ, τα εσπε­ριδοειδή, τα σιτηρά και τα όσπρια.

Με ποιους μηχανισμούς προκαλούνται τα συμπτώματα στα άτομα με ευερέθιστο έντερο

ΣΠΑΣΤΙΚΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ5Η αιτιοπαθογένεια του συνδρόμου ευερεθίστου εντέρου παραμένει ασαφής. Πολλοί παθοφυσιολογικοί μηχα­νισμοί εμπλέκονται στη δημιουργία του πόνου και των διαταραχών των κενώσεων στους πάσχοντες από σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου. Οι σημαντικότεροι από αυτούς είναι οι ακόλουθοι.

Διαταραχές της κινητικότητας του πεπτικού σωλήνα: Οι ασθενείς με ευερέθιστο έντερο παρουσιάζουν διαταραχή της κινητικότητας σε πολλά τμήματα του πεπτικού σωλήνα. Σαν παράδειγμα, παρατηρείται χαμηλότερη του φυσιολογικού μέσου όρου πίεση του κατωτέρου οισοφαγικού σφιγκτή­ρα, όπως και άλλες άτυπες διαταραχές της κινητι­κότητας του οισοφάγου. Ο χρόνος διάβασης του λεπτού εντέρου είναι βραχύτερος στους ασθενείς µε ευερέθιστο έντερο, ιδιαίτερα σε εκείνους που προεξάρχει η διάρροια. Σε ορισµένους ασθενείς παρατηρούνται µη προωθητικές τµηµατικές συσπάσεις του τοιχώµατος του παχέος εντέρου, που συνήθως συνοδεύονται από κοιλιακό πόνο και δυσκοιλιότητα. Οι κινητικές διαταραχές του σφιγκτήρα του Oddi είναι µέρος του συνδρόµου του ευερεθίστου εντέρου. Ορισµένοι εξωγενείς και ενδογενείς παράγοντες όπως η τροφή, η χολοκυ­στοκινίνη, το ψυχικό stress και η διάταση του ε­ντέρου προκαλούν αυξηµένη κινητικότητα του παχέος εντέρου και πόνο σε πολλούς ασθενείς (60- 70%) µε ευερέθιστο έντερο.

Χαµηλός ουδός σπλαγχνικού πόνου: Οι ασθενείς που πάσχουν από ευερέθιστο έντε­ρο παρουσιάζουν αυξηµένη ευαισθησία σε συνήθη ενδογενή και εξωγενή ερεθίσµατα των σπλάγχνων (χαµηλός ουδός σπλαγχνικού πόνου). Διάταση µε µπαλόνι του λεπτού εντέρου, του σιγ­µοειδούς ή του ορθού προκαλεί πόνο στους ασθε­νείς µε ευερέθιστο έντερο, ενώ ίδιου βαθµού διάτα­ση είναι ανεκτή από φυσιολογικά άτοµα. Ο χαµη­λός ουδός πόνου οφείλεται σε αυξηµένη ευαισθησία των κοίλων σπλάγχνων στη διάταση και όχι σε µειωµένη ελαστικότητα και ικανότητα του τοιχώµατος για διάταση.

Διαταραχή της λειτουργίας του άξονα εγκεφάλου-εντέρου: Η φυσιολογική λειτουργία του γα­στρεντερικού σωλήνα είναι αποτέλεσµα της συ­νεργασίας του εντερικού νευρικού συστήµατος (ΕΝΣ), του αυτόνοµου νευρικού συστήµατος (ΑΝΣ) και του κεντρικού νευρικού συστήµατος (ΚΝΣ). Τα λειτουργικά συµπτώµατα από το πε­πτικό εµφανίζονται όταν υπάρχει δυσρυθµία σε οποιοδήποτε επίπεδο στη λειτουργική σχέση αυ­τών των συστηµάτων.

Το ΕΝΣ αποτελεί την εσωτερική νεύρωση του εντέρου και περιλαµβάνει νευρώνες που βρίσκο­νται στην υποβλεννογόνια στιβάδα και το µυεντε­ρικό πλέγµα. Ελέγχει την κινητικότητα, την εκκρι­τική λειτουργία και τη µικροκυκλοφορία του εντέ­ρου και οργανώνει τη λειτουργική συµπεριφορά του (περισταλτικά και αισθητικά αντανακλαστικά).

Το συµπαθητικό και το παρασυµπαθητικό νευρικό σύστηµα συνδέουν το ΕΝΣ µε το ΚΝΣ και αποτελούν την εξωτερική νεύρωση του εντέ­ρου. Το συµπαθητικό νευρικό σύστηµα µε προ­σαγωγές νευρικές ίνες αποτελεί την κύρια οδό για την αντίληψη του πόνου. Το παρασυµπαθητι­κό νευρικό σύστηµα µε προσαγωγές νευρικές ίνες του πνευµονογαστρικού νεύρου µεταφέρει φυ­σιολογικά ερεθίσµατα στον εγκέφαλο και συµµε­τέχει στην αντίληψη του πόνου από την άποψη του συναισθήµατος και της συµπεριφοράς. Με τις απαγωγές νευρικές ίνες του πνευµονογαστρικού µεταφέρονται µηνύµατα από το ΚΝΣ στο ΕΝΣ.

Νευροδιαβιβαστές όπως η σεροτονίνη, το αγγειοδραστικό εντερικό πεπτίδιο, ο πα­ράγοντας απελευθέρωσης της κορτικοτροπίνης, ο παράγοντας Ρ, η χολοκυστοκινίνη, το σχετιζόµενο µε το γονίδιο της καλσιτονίνης πο­λυπεπτίδιο, το ΝΟ και οι εγκεφαλίνες ε­νεργούν ως αγγελιαφόροι στη διπλής κατεύθυν­σης επικοινωνία εγκεφάλου-εντέρου (άξονας ε­γκεφάλου-εντέρου). Η σεροτονίνη αποτελεί τον κύριο νευροδιαβιβαστή συµµετέχοντας σε πολλά επίπεδα του άξονα. Το έντερο περιέχει περισσό­τερο από το 95% της συνολικής σεροτονίνης του οργανισµού. Η σεροτονίνη απελευθερώνεται από τα εντεροχρωµαφινικά κύτταρα του εντερικού βλεννογόνου ως απάντηση σε ερεθίσµατα, όπως αύξηση της ενδοαυλικής πίεσης ή χηµικός ερεθι­σµός και ασκεί τις δράσεις της µέσω ειδικών υ­ποδοχέων. Πυροδοτεί έναν καταρράκτη αντιδρά­σεων, µέσω ενεργοποίησης υποδοχέων, ο οποίος οδηγεί στη συντονισµένη κί­νηση του εντέρου. Η σεροτονίνη µέσω υ­ποδοχέων εµπλέκεται στην αντίληψη του πόνου, ενώ η διέγερση των υποδοχέων µειώνει τη δραστηριότητα των προσαγωγών αισθητικών νευρικών ινών.

Η διαταραχή της σχέσης διπλής κατεύθυνσης µεταξύ ΕΝΣ και ΚΝΣ αποτελεί σηµαντικό παρά­γοντα στην παθογένεια του συνδρόµου ευερεθί­στου εντέρου. Τα συµπτώµατα παρουσιάζονται όταν υπάρχει δυσλειτουργία σε οποιοδήποτε επί­πεδο σε αυτήν τη σχέση. Η δυσλειτουργία εκδη­λώνεται µε διαταραχή της εντερικής κινητικό­τητας και της εκκριτικής λειτουργίας του εντέ­ρου, καθώς και µε µείωση του ουδού αντίληψης του σπλαγχνικού πόνου. Σηµαντικό ρόλο στη ρύθµιση του άξονα εγκεφάλου-εντέρου διαδραµατί­ζει η σεροτονίνη.

Εντερική φλεγμονή και βακτηριακή υπερανάπτυξη: Η παρατήρηση ότι 7-30% των ασθενών με σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου αναφέρουν έναρξη των συμπτωμάτων μετά από επεισόδιο οξείας γαστρεντερίτιδας, οδήγησε στην υπόθεση ότι η πρωτοπαθής αιτία του συνδρόμου είναι μεταλοιμώδης. Η λοίμωξη προκαλεί αύξηση του αριθμού των εντεροχρωμαφινικών κυττάρων, που παράγουν ευρύ φάσμα χημικών μεσολαβητών με συνηθέστερο τη σεροτονίνη.

Σε ασθενείς με ευερέθιστο έντερο, οι µελέτες µε τη µέθοδο µέτρησης του εκπνεόµενου Η2 και οι καλλιέργειες του περιεχόµενου του λεπτού ε­ντέρου έδειξαν υπερανάπτυξη µικροβίων στο εντερικό υγρό. Η χορήγη­ση αντιβιοτικών βελτιώνει σηµαντικά τα συµπτώ­µατα των ασθενών συγκριτικά µε τη χορήγηση εικονικού φαρµάκου (placebo).

Ποια  συμπτώματα παρουσιάζονται στους ασθενείς με ευερέθιστο έντερο

ΣΠΑΣΤΙΚΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ6Προεξάρχοντες χαρακτήρες του συνδρόµου εί­ναι ο κοιλιακός πόνος και η διαταραχή των κενώ­σεων. Στην καθηµερινή κλι­νική πρακτική για τη διάγνωση αρκεί το ιστορικό κοιλιακού πόνου και διαταραχών των κενώσεων που χρονολογείται από µακρού χωρίς την παρου­σία συµπτωµάτων και σηµείων ενδεικτικών οργα­νικής νόσου του πεπτικού συστήµατος (συµπτώµα­τα συναγερµού).

Η διάγνωση του συνδρόµου ευερεθίστου ε­ντέρου πρέπει να βασίζεται στην κλινική αξιο­λόγηση και όχι σε εκτεταµένο ερ­γαστηριακό έλεγχο, ο οποίος ταλαιπωρεί τους ασθενείς.

Τα συµπτώµατα του συνδρόµου ευερεθίστου ε­ντέρου συνήθως χρονολογούνται από µακρού. Σε πολλούς ασθενείς τα συµπτώµατα αρχίζουν µετά από έντονο ψυχικό stress, απώλεια εργασίας ή σοβαρά οικογενει­ακά προβλήµατα όπως διαζύγιο, σοβαρό νόσηµα σε µέλος της οικογένειας, αδυναµία τεκνοποιήσεως σε νέα ανδρόγυνα. Άλλοι ασθενείς προσέρχονται στο γιατρό, επειδή ενώ παρουσιάζουν συµπτώµατα ευε­ρεθίστου εντέρου από µακρό διάστηµα και δεν τα είχαν αξιολογήσει, µε την ευκαιρία σοβαρής νόσου φιλικού τους ατόµου ή µετά από παρακολούθηση σχετικής εκποµπής από τα µέσα µαζικής ενηµέρωσης, συνειδητοποιούν τα συµπτώ­µατά τους και φοβούνται ότι πάσχουν από κάποιο σοβαρό νόσηµα.

Η ένταση του κοιλιακού πόνου ποικίλλει από άτοµο σε άτοµο, αλλά και στον ίδιο ασθενή πα­ρατηρούνται αυτόµατες περίοδοι υφέσεων και εξάρσεων. Συχνά ασθενείς αναφέρουν ύφεση των συµπτωµάτων τους κατά τις θερινές διακοπές. Ο πόνος µπορεί να είναι κωλικοειδής, νυγµώδης, βύθιος ή καυστικός. Συνήθως εντοπίζεται στο δεξιό ή αριστερό κάτω τεταρτηµόριο της κοιλίας. Στον ίδιο ασθενή ο πόνος µπορεί να εντοπίζεται κατά περιόδους σε διαφορετικέξ περιοχές της κοιλίας. Πολλοί άρρωστοι αναφέρουν ότι ο πόνος υφίεται µε την κένωση του εντέρου ή την αποβο­λή αερίων. Σχεδόν ποτέ δεν ξυπνά τον ασθενή από τον ύπνο και δεν συνοδεύεται από τεινεσµό. Μερι­κοί ασθενείς αναφέρουν αίσθηµα κοιλιακής διατάσεως, αλλά κατά την επίκρουση δεν παρατηρείται αεροπλήθεια στην κοιλία.

Η πλειονότητα των ασθενών παρουσιάζει εναλ­λαγές περιόδων διάρροιας και δυσκοιλιότητας, ενώ λιγότεροι ασθενείς παρουσιάζουν κατά την πε­ρίοδο έξαρσης είτε µόνο δυσκοιλιότητα, είτε µόνο διάρροια. Συνήθως η κένωση του εντέρου επέρχε­ται µετά το πρόγευµα, ενώ συχνά ακολουθεί δεύτε­ρη κένωση σε 1-2 ώρες. Στις φάσεις δυσκοιλιότη­τας τα κόπρανα είναι σκληρά και εξέρχονται κατά µικρά αφυδατωµένα κοµµάτια (κόπρανα κατσίκας), ενώ σε περιόδους διάρροιας µπορεί να είναι πολ­τώδη ή πάρα πολύ λεπτά. Ορισµένοι ασθενείς αποβάλλουν µε τα κόπρανα αρκετή βλέν­νη, που δεν περιέχει αίµα. Στους ασθενείς που προ­σέρχονται για έλεγχο διάρροιας, απαραίτητη είναι η λήψη λεπτοµερούς ιστορικού χρήσεως φαρµάκων και των διαιτητικών συνηθειών. Ιδιαίτερα πρέπει να διερευνάται το ενδεχόµενο προσλήψεως σηµαντι­κής ποσότητας ατελώς απορροφούµενων υδαταν­θράκων, που µπορεί να προκαλέσουν κοιλιακά άλγη και διάρροια.

Συνήθης είναι η συνύπαρξη συµπτωµάτων εκ­τός του πεπτικού συστήµατος όπως κεφαλαλγίες, αίσθηµα ζάλης, προκάρδιοι πόνοι, αίσθηµα παλµών και δυσπαρευνία. Σε ορισµένους ασθενείς υπάρχουν έκδηλα ψυχιατρικά στοιχεία, όπως κατάθλιψη, αγ­χώδης νεύρωση και καρκινοφοβία.

Τα διάγνωστικά κριτήρια της Ρώµης για το σύνδροµο του ευερεθίστου εντέρου

Α. Ιστορικό τουλάχιστον τριών µηνών µε συνεχή ή διαλείποντα πόνο ή δυσφορία στην κοιλία, ο οποίος ανακουφίζεται µε την αφόδευση και συνοδεύεται από:

  • αλλαγή της συχνότητας αφοδεύσεως
  • µεταβολή της συστάσεως των κοπράνων

Β. Η διαταραχή του ρυθµού των κενώσεων και της συστάσεως των κοπράνων συµβαίνει στο 25% του χρόνου και συνοδεύεται τουλάχιστον µε τρία από τα ακόλουθα κριτήρια:

  • περισσότερες από τρεις κενώσεις τη µέρα ή λιγότερες από τρεις την εβδοµάδα
  • µεταβολή της συστάσεως των κοπράνων σε σκληρά, χυλώδη ή υδαρή
  • πιεστικό αίσθηµα για αφόδευση ή αίσθηµα ατελούς κενώσεως του ορθού
  • αποβολή βλέννης µε τα κόπρανα
  • αίσθηµα µετεωρισµού

Τι ευρήματα έχουμε από την κλινική εξέταση στα άτομα με ευερέθιστο έντερο

ΣΠΑΣΤΙΚΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ7Η αντικειµενική εξέταση είναι αρνητική εκ­τός από ήπια ευαισθησία στην ψηλάφηση της κοιλίας, χωρίς να συνοδεύεται από αναπηδώσα ευαισθησία ή σύσπαση των κοιλιακών τοιχωµάτων.

Σε ορισµένους ασθενείς ψηλαφάται αλλαντοειδής επώδυνη µάζα στον αριστερό λαγόνιο βόθρο, που αντιστοιχεί στο συνεσπασµένο σιγµοειδές κόλον. Η ψηλάφηση διογκωµένων περιφερικών λεµφαδέ­νων δεν είναι συµβατή µε τη διάγνωση του συνδρό­µου ευερεθίστου εντέρου και απαιτεί αποκλεισµό οργανικών νόσων.

Τι πρέπει να προσέξουμε κατά τη διάγνωση του ευερεθίστου εντέρου

Η διαφορική διάγνωση πρέπει να περιλάβει τα νοσήµατα που εκδηλώνονται με παρόμοια συμπτώματα. Απαραίτητη είναι η λήψη λεπτοµερούς ιστορικού σχετικού µε λήψη φαρµάκων, χειρουργικών επεµ­βάσεων στο στόµαχο, ακτινοθεραπεία κοιλίας, σακχαρώδη διαβήτη, νόσου του Parkinson και γυναικολογικών παθήσεων.

Η παρουσία χαρακτηριστικών «συµπτωµάτων συναγερµού», όπως έναρξη των συµπτωµάτων µετά την ηλικία των 50 ετών, νυκτερινού κοιλιακού πό­νου ή διάρροιας που αφυπνίζουν τον ασθενή, διάρ­ροιας µεγάλου όγκου που δεν περιορίζεται, ορατού αίµατος στα κόπρανα, πυρετού ή απώλειας σωµατι­κού βάρους και οικογενειακού ιστορικού οργανικής νόσου του πεπτικού σωλήνα (καρκίνος, ιδιοπαθής φλεγµονώδης νόσος του εντέρου, κοιλιοκάκη) κα­τευθύνουν τη διερεύνηση σε οργανική νόσο του πε­πτικού συστήµατος και αποµακρύνουν από τη διά­γνωση του συνδρόµου ευερεθίστου εντέρου.

Ποιες εργαστηριακές εξετάσεις κάνουμε στα άτομα με ευερέθιστο έντερο

ΣΠΑΣΤΙΚΗ ΚΟΛΙΤΙΔΑ8Για τη διάγνωση του συνδρόµου ευερεθίστου εντέρου σε νέας ηλικίας ασθενείς µε τυπικά συµπτώµατα που χρονολογούνται από µακρού, αλλά χωρίς συµπτώµατα ή σηµεία που να υποδηλώνουν οργανική νόσο δεν απαιτούνται εξετάσεις ρουτίνας. Στους υπόλοιπους ασθενείς η διάγνωση τίθεται µε τη βοήθεια ελάχιστων, κατευθυνόµενων εξετά­σεων, ανάλογα µε το κυρίαρχο σύµπτωµα του α­σθενούς.

Η διερεύνηση νέων στην ηλικία ασθενών µε τυπική συµπτωµατολογία συνδρόµου ευερε­θίστου εντέρου χωρίς παρουσία συµπτωµάτων ή «σηµείων συναγερµού» για οργανική νόσο του πεπτικού συστήµατος δεν απαιτεί εργα­στηριακό ή απεικονιστικό έλεγχο

Όταν απαιτείται εργαστηριακός έλεγχος, η επι­λογή πρέπει να εξατοµικεύεται µε βάση τα συµ­πτώµατα, τη σοβαρότητά τους και τις ανησυχίες του ασθενούς. Για ασθενείς µε µικρή διάρκεια συ­µπτωµάτων, σχετικά µεγάλη ηλικία (αλλά µικρό­τερη των 50 ετών) και χωρίς πρόδηλους εκλυτι­κούς παράγοντες για εκδήλωση συνδρόµου ευερε­θίστου εντέρου, η γενική εξέταση αίµατος, η ΤΚΕ και η εξέταση του παχέος εντέρου µπορούν να χρησιµοποι­θούν ως αρχικές εξετάσεις ελέγχου (screening). Η χρήση άλλων εξετάσεων, όπως η CRP, οι βιοχηµι­κές εξετάσεις, η γενική µικροσκοπική εξέταση και παρασιτολογική των κοπράνων, πρέπει να εξατοµικεύεται µε βάση το κυρίαρχο σύµπτωµα, τη γεωγρα­φική περιοχή διαβίωσης και το ιστορικό του ασθε­νούς. Στο σύνδροµο ευερεθίστου εντέρου όλες οι πιο πάνω εξετάσεις είναι φυσιολογικές.

Η παρουσία συµπτωµάτων ή «σηµείων συναγερ­µού» αυξάνει την πιθανότητα διάγνωσης οργανικής νόσου σε ασθενείς µε συµπτωµατολογία παρόµοια αυτής του συνδρόµου ευερεθίστου εντέρου. Στους ασθενείς αυτούς η επιλογή των διαγνωστικών εξε­τάσεων καθορίζεται από τη φύση και τη σοβαρό­τητα του κυρίαρχου συµπτώµατος από το έντερο και τη φύση και τη σοβαρότητα του συµπτώµατος «ση­µείου συναγερµού». Συνήθως οι ασθενείς υποβάλ­λονται σε αιµατολογικές εξετάσεις, απεικονιστικό έλεγχο του παχέος εντέρου ή κολοσκόπηση,

Η παρουσία συµπτωµάτων ή «σηµείων συνα­γερµού» υπαγορεύει συστηµατική διερεύνη­ση ακόµα και σε ασθενείς µε κατά τα άλλα τυ­πική συµπτωµατολογία συνδρόµου ευερεθί­στου εντέρου

Σε ασθενείς µε πολλές διαρροϊκές κενώσεις πρέπει να ελεγχθεί η λειτουργία του θυρεοειδούς αδένα και να ληφθούν πολλαπλές βιοψίες από το παχύ έντερο για τον αποκλεισµό µικροσκοπικής ή ηωσινοφιλικής κολίτιδας. Αν οι εξετάσεις αί­µατος και κοπράνων είναι ενδεικτικές δυσαπορρόφησης είναι πιθανό να χρειασθούν ειδικές ορολο­γικές εξετάσεις ή ενδοσκόπηση του ανώτερου πε­πτικού συστήµατος µε βιοψία λεπτού εντέρου για τον αποκλεισµό κοιλιοκάκης. Σε υποψία βακτηρια­κής υπερανάπτυξης είναι χρήσιµη η δοκιµασία εκπνεόµενου υδρογόνου.

Στους ασθενείς µε κυρίαρχο σύµπτωµα πρόσφατη έναρξη ή προοδευτικά επιδεινούµενη δυ­σκοιλιότητα, βασικός στόχος είναι να απο­κλεισθούν οργανικά νοσήµατα όπως ο καρκίνος του παχέος εντέρου, το συγγενές µεγάκολο και νεο­πλάσµατα ή νοσήµατα που πιέζουν και προκαλούν στένωση του εντέρου, όπως όγκοι ωοθηκών ή ενδοµητρίωση.