ΜΕΤΕΩΡΙΣΜΟΣ

Τι είναι ο μετεωρισμός – ορισμός

ΜΕΤΕΩΡΙΣΜΟΣ3Ο μετεωρισμός είναι λειτουργική διαταραχή που εκδηλώνεται με υποκειμενικό αίσθημα κοιλιακής διάτασης, που αποδίδεται από τον ασθενή σε αυξη­μένη ποσότητα αέρα «στην κοιλιά». Συνήθως επι­δεινώνεται στη διάρκεια της μέρας και υφίεται κατά τη νύκτα. Σε ορισμένους ασθενείς συνυπάρχει μι­κρή αύξηση της περιμέτρου της κοιλίας. Ο μετεω­ρισμός μπορεί να συνδυάζεται με αυξημένη συχνό­τητα ερυγών ή και αυξημένη αποβολή αερίων από το παχύ έντερο.

Το δυσάρεστο αίσθημα διάτασης της κοιλίας (μετεωρισμός) αποτελεί συχνή αιτία προσέλευσης ασθενών στο γιατρό. Η συχνότητα μετεωρισμού είναι διπλάσια στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες.

Που οφείλεται ο μετεωρισμός

Με εξαίρεση το αίσθημα διατάσεως της κοιλίας που οφείλεται σε οργανικά αίτια, η παθοφυσιολογία του μετεωρισμού παραμένει ασα­φής. Πολλοί παθοφυσιολογικοί μηχανισμοί πιθα­νόν ενέχονται στην ανάπτυξη του μετεωρισμού, όπως διέγερση μηχανοϋποδοχέων του τοιχώματος του εντέρου από συλλογή αέρα, κατακράτηση υ­γρών, υπεραιμία και οίδημα των σπλάγχνων, μειω­μένος τόνος του εντερικού τοιχώματος, δυστονία των μυών των κοιλιακών τοιχωμάτων ή, τέλος, με­ταβολή της σύνθεσης της χλωρίδας του εντέρου. Οι παθοφυσιολογικοί αυτοί μηχανισμοί πιθανόν σχε­τίζονται με δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος και παθολογική αντίληψη των ερεθι­σμάτων.

Πολλοί άρρωστοι συνδυάζουν το αίσθημα κοι­λιακής διάτασης με αυξημένη συχνότητα ερυγών, ενώ άλλοι με αποβολή αυξημένης ποσότητας αερί­ων από τον πρωκτό. Στην πλειονότητα των ασθε­νών αυτών τα αίτια είναι ψυχογενή, λειτουργικά ή διαιτητικά, ενώ σε ορισμένους το αίσθημα διάτα­σης σχετίζεται με τη λήψη φαρμάκων ή με οργανι­κά νοσήματα. Oι ασθενείς που παραπονούνται για μετεωρισμό, ερυγές ή αυξημένη αποβολή αερίων σπάνια πάσχουν από οργανικό νόσημα.

ΜΕΤΕΩΡΙΣΜΟΣ2Από τους ασθενείς που προσέρχονται στο γιατρό για αίσθημα κοιλιακής διάτασης από αέρα, λιγότεροι από 10% πάσχουν από οργανικό νόσημα. Συνήθης αιτία μετεωρισμού είναι το σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου. Περισσότεροι από το 90% των ασθενών με σύνδρομο ευερεθίστου εντέρου παραπονούνται για μετεωρισμό που συνοδεύει τη διάρροια ή τη δυσκοιλιότητα. Επίσης, το 50% των ασθενών με λειτουργική δυσπεψία αναφέρει μετεωρισμό που επιδεινώνεται μεταγευματικά. Πολλοί ασθενείς με δυσκοιλιότητα έχουν μετεωρισμό που ανακουφίζε­ται με την κένωση του εντέρου. Τέλος, μετεωρισμό­ς συχνά συνοδεύει το μετεμηνορρυσιακό σύνδρο­μο.

Άλλη συχνή αιτία μετεωρισμού είναι η σύγχρο­νη δίαιτα των κατοίκων των ανεπτυγμένων χωρών. Η δίαιτα δυτικού τύπου περιλαμβάνει 200-300 g υδατανθράκων τη μέρα, που καλύπτουν το 40-50% των ημερήσιων θερμιδικών αναγκών. Η σημαντι­κότερη πηγή υδατανθράκων είναι το άμυλο. Τις τε­λευταίες δεκαετίες έχει παρατηρηθεί προοδευτική μείωση της πρόσληψης αμύλου και αντικατάστα­σή του από απλά βιομηχανικά σάκχαρα ή φυσικά σάκχαρα, που περιέχονται στο γάλα, τα φρούτα και τα προϊόντα τους. Τα σάκχαρα αυτά απορρο­φούνται ατελώς από το λεπτό έντερο πολλών υγι­ών ατόμων. Η κληρονομικά καθοριζόμενη στους ενήλικες μείωση της δραστηριότητας του ενζύμου λακτάση αποτελεί την κύρια αιτία δυσαπορρόφη­σης λακτόζης σε πολλούς λαούς της Ευρώπης. Οι άοσμες ερυγές κατά κανόνα οφείλονται σε ψυχογενή αίτια, ενώ οι δύσοσμες σε οργανικά νοσήματα. Η αυξημένη αποβολή αερίων από τον πρωκτό σπάνια οφείλεται σε οργανικό νόσημα.

Ποια είναι η προέλευση των αερίων του πεπτικού σωλήνα και οι τρόποι αποβολής

ΜΕΤΕΩΡΙΣΜΟΣ1Ο πεπτικός σωλήνας του φυσιολογικού ανθρώ­που τόσο σε κατάσταση νηστείας, όσο και μετα­γευματικά, περιέχει λιγότερο από 200 ml αέρα. Στο φυσιολογικό στομάχι δεν παράγονται αέρια. Ο αέρας που υπάρχει στον αεροθάλαμο του στομάχου προέρ­χεται από την κατάποση ατμοσφαιρικού αέρα κατά τη λήψη γεύματος ή ροφημάτων. Ο ατμο­σφαιρικός αέρας περιέχει 78% περίπου Ν2, που απορροφείται ελάχιστα από το στόμαχο και 21%  Ο2, που απορροφείται (διαχέεται) ταχύτατα από το γαστρικό βλεννογόνο.

Το μεγαλύτερο μέρος του αέρα που περιέχεται στο στόμαχο αποβάλλε­ται με τις ερυγές και ένα μικρό μόνο μέρος μπο­ρεί να περάσει προς το δωδεκαδάκτυλο και το λεπτό έντερο. Οι ερυγές οφείλονται στην αποβολή του αέρα ο οπ­οίος έχει ακούσια καταποθεί.

Η ερυγή επιτυγχάνεται ακούσια ή εκούσια με τη μείωση του τόνου του κατώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα και εξισορρόπηση των ενδοαυλικών πιέσεων στοµάχου – οισοφάγου. Ακολουθεί χάλαση του άνω οισοφαγικού σφιγκτήρα και αποβολή του αέρα µέσω του στόµατος, που ορισµένες φορές συνοδεύ­εται από χαρακτηριστικό ήχο. Ακούσιες ερυγές παρατηρούνται µετά από τα γεύµατα και αποσκο­πούν στην αποβολή του αέρα που καταπόθηκε. Σε ορισµένα αγχώδη άτοµα προκαλείται ακούσια χά­λαση του ανώτερου οισοφαγικού σφιγκτήρα, εισ­ρόφηση αέρα στον οισοφάγο και άµεση αποβολή του µε ερυγή. Κατά συνέπεια, οι ερυγές αυτές δεν οφείλονται σε συσσώρευση αέρα στο θόλο του στο­µάχου.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες το λεπτό έντερο περιέχει ελάχιστη ποσότητα αέρα, ο οποίος προέρ­χεται από την κατάποση ατµοσφαιρικού αέρα και την τοπική παραγωγή CO2. Στο δωδεκαδάκτυλο ει­σέρχονται από το στόµαχο ιόντα υδρογόνου, που αντιδρούν µε τα διττανθρακικά που προέρχονται από τις παγκρεατικές εκκρίσεις. Το CO2 που παρά­γεται απορροφείται ταχύ­τατα από το βλεννογόνο του δωδεκαδακτύλου, ώστε ελάχιστες ποσότητες να παραµένουν στον αυλό του λεπτού εντέρου.

Τοπαχύ έντερο είναι ο µόνος τόπος σηµαντι­κής παραγωγής αερίων, που προέρχονται από το µεταβολισµό (ζύµωση) των υδατανθράκων που δυσαπορροφήθηκαν από την εντερική χλωρίδα. Τα αέρια που παράγονται είναι CO2, Η2 και CH4. Αυτά διαχέονται ταχύτατα µέσω του πλούσιου αγγειακού δικτύου του εντερικού βλεννογόνου, εισέρχονται στην κυκλοφορία του αίµατος και αποβάλλονται µε τον εκπνεόµενο αέρα. Ο ρυθµός παραγωγής των αερίων αυ­τών και οι αναλογίες τους ποικίλλουν από άτοµο σε άτοµο. Εξαρτώνται από τη σύνθεση της εντερι­κής χλωρίδας και το είδος της διατροφής.

Επειδή το περιεχόµενο του παχέος εντέρου έχει χαµηλή µερική πίεση σε Ν2 και Ο2 συγκριτικά µε το αίµα, τα αέρια αυτά διαχέονται από το αίµα προς τον εντερικό αυλό. Αποτέλεσµα της αµφίδρο­µης διάχυσης των αερίων µεταξύ αίµατος και αυ­λού του παχέος εντέρου είναι το παχύ έντερο να περιέχει τελικά Ν2, CO2 ,  O2,Η2 και CH4 .

Τα αέρια που αποβάλλονται από τον πρωκτό φυσιολογικών ατόµων έχουν σύνθεση µε εκείνη του παχέος εντέρου και ευρεία διακύµανση του ηµερήσιου όγκου (500-1500 mΙ/ηµέρα), όπως και του ρυθµού απο­βολής (10-25 αποβολές/ηµέρα). Ο όγκος των αποβαλλόµενων αερίων είναι ιδιαίτερα αυξηµένος σε φυτική διατροφή και δυσαπορρόφηση υδατανθρά­κων.

Οσµή των ερυγών και των αερίων: Σύµφωνα µε τα στοιχεία που παρατέθηκαν πιο πάνω, οι ερυγές περιέχουν µόνο ατµοσφαιρικό αέρα και κατά συνέπεια είναι άοσµες. Συχνά όµως έχουν όξινη γεύση λόγω ταυτόχρονης παλινδρόµησης µι­κρών ποσοτήτων γαστρικού υγρού από το στόµα­χο ή έχουν την οσµή του γεύµατος που προηγήθη­κε. Δύσοσµες ερυγές και κάκοσµη απόπνοια παρατηρούνται όταν υπάρχει γαστρική στάση και σήψη τροφών στον οισοφάγο (αχαλασία οισοφά­γου, καρκίνος) ή στο στόμαχο (πυλωρική στένω­ση, καρκίνος στομάχου, βαγοτομή, διαβητική γα­στροπάρεση). Επίσης, δύσοσμες ερυγές παρατηρού­νται σε σύνδρομο «τυφλής έλικας» με στάση του περιεχομένου της νήστιδας, όπως και στις σπάνιες περιπτώσεις γαστροκολικού συριγγίου.

Τα αέρια που περιέχονται στο παχύ έντερο (Ν2, CO2, O2, Η2, CH4) και αποβάλλονται από τον πρω­κτό είναι άοσμα, εκτός από το μεθάνιο. Η οσμή των κοπράνων και των αποβαλλόμενων αερίων οφείλεται στην περιεκτικότητά τους σε ινδόλη και σκατόλη, σε θειούχες ενώσεις μεθανίου (μεθανιοθειόλη) και δι­μεθυλοσουλφίδια.

Τι πρέπει να προσέξουμε κατά τη διάγνωση του μετεωρισμού

ΜΕΤΕΩΡΙΣΜΟΣ4Ο κλινικός γιατρός πρέπει πρώτα από όλα να διαγνώσει αν το αίσθημα της κοιλιακής διάτασης για το οποίο παραπονείται ο ασθενής οφείλεται σε λειτουργικά αίτια που προκαλούν μετεωρισμό ή σε οργανικά αίτια που προκαλούν συ­μπαγή διόγκωση της κοιλίας.

Το λεπτομερές ιστορικό παρέχει σημαντικά στοιχεία για τη διαφορική διάγνωση. Προοδευτικά σταθερή αύξηση του μεγέθους της κοιλίας σε χρο­νικό διάστημα μερικών εβδομάδων ή μηνών συνή­θως οφείλεται σε κάποιο οργανικό νόσημα. Αντίθετα, στους ασθενείς που αναφέρουν αί­σθημα κοιλιακής διάτασης από αέρα  ο μετεωρισμός επιδεινώνεται στη διάρκεια της μέ­ρας και υποχωρεί κατά τη νύκτα. Επίσης, η ένταση του μετεωρισμού παρουσιάζει διακυμάνσεις από μέρα σε μέρα, ενώ υπάρχουν μέρες που ο ασθενής δεν αισθάνεται δυσφορία ή διάταση της κοιλίας. Πολλοί ασθενείς με μετεωρισμό αναφέρουν ότι ε­πιτείνεται μετά τα γεύματα και αναγκάζονται να χαλαρώνουν τη ζώνη τους.

Οι ασθενείς που δεν πάσχουν από σοβαρό ορ­γανικό νόσημα έχουν συνήθως φυσιολογική θερ­μοκρασία και όρεξη, δεν έχουν χάσει βάρος και δεν αισθάνονται καταβολή των δυνάμεων. Η απώλεια σωματικού βάρους έχει σχετική μόνον αξία. Για παράδειγμα στους ασθενείς με ασκίτη πολλές φο­ρές δεν υπάρχει απώλεια βάρους λόγω της κατα­κράτησης ύδατος. Ανάλογα ισχύουν και για το αί­σθημα καταβολής των δυνάμεων, που απαντάται σε αγχώδη ή καταθλιπτικά άτομα. Οι ασθενείς που παρουσιάζουν αίσθημα κοιλιακής διάτασης από αέρια, που οφείλεται σε οργανικά, λειτουργικά ή ψυχογενή αίτια, συνήθως αναφέρουν ότι ανακου­φίζονται με τις ερυγές, την αφόδευση ή την αποβο­λή αερίων από τον πρωκτό. Στην ομάδα αυτή των ασθενών συχνά συνυπάρχουν άτυποι κωλικοειδείς κοιλιακοί πόνοι, ναυτία, έντονοι βορβορυγμοί ή δυσκοιλιότητα.

Ποιες πληροφορίες παίρνουμε από το ατομικό ιστορικό του ασθενούς με μετεωρισμό

Ιδιαίτερη έμφαση πρέπει να δοθεί σε ιστορικό οργανικών νοσημάτων, όπως το πεπτικό έλκος, οι χειρουργικές επεμβάσεις στο στόμαχο (βαγο­τομή, γαστρεκτομή, θολοπλαστική για διαφρα­γματοκήλη) και ο σακχαρώδης διαβήτης. Το σύν­δρομο δυσαπορρόφησης από χρόνια παγκρεα­τίτιδα, καρκίνο του παγκρέατος ή νοσήματα του λεπτού εντέρου πρέπει να αποκλεισθεί. Οι ασθε­νείς που αναφέρουν ογκώδεις, δύσοσμες κενώσεις ή κηλίδες ελαίου στο νερό της λεκάνης της τουα­λέτας πάσχουν από σύνδρομο δυσαπορρόφησης και η έρευνα πρέπει να κατευθυνθεί προς την ανεύ­ρεση της υποκείμενης νόσου. Η χρόνια ανα­πνευστική και η καρδιακή ανεπάρκεια, εκτός από το αίσθημα δυσφορίας στο θώρακα, μπορεί να σχε­τίζονται και με αίσθημα κοιλιακής διάτασης. Οι ασθενείς αυτοί παρουσιάζουν εργώδη αναπνοή και ακούσια καταπίνουν σηµαντικές ποσότητες ατµο­σφαιρικού αέρα.

Η λήψη φαρµάκων πρέπει να διερευνάται µε σχολαστικότητα. Ιδιαίτερη µνεία πρέπει να γί­νει σε ωσµωτικά καθαρτικά, όπως η λακτουλό­ζη, που χρησιµοποιούνται από ασθενείς που πάσχουν από δυσκοιλιότητα. Οι φαρµακευτικές αυτές ουσίες είναι δυσαπορρόφητοι υδατάνθρα­κες, που µεταβολίζονται από τη χλωρίδα του παχέος εντέρου και προκαλούν αυξηµένη παρα­γωγή αερίων. Ανάλογη δράση έχουν οι αναστο­λείς των α-γλυκοσιδασών του λεπτού εντέρου (ακαρβόζη), που χορηγούνται σε διαβητικούς ασθενείς για την καλύτερη ρύθµιση του σακχάρου του αίµατος. Το φάρµακο αυτό προκαλεί δυσαπορρόφηση υδατανθράκων από το λεπτό έντερο. Οι δυσαπορροφούµενοι υδατάνθρακες µεταβολίζονται από τη µικροβιακή χλωρίδα του παχέος εντέρου µε αποτέλεσµα αυξηµένη παρα­γωγή αερίων. Παρόµοια δράση έχει και η χολε­στυραµίνη, που προκαλεί φαρµακευτικό σύνδρο­µο δυσαπορρόφησης.

Ο ασθενής πρέπει επίσης να ερωτάται µε λε­πτοµέρεια για τις διαιτητικές του συνήθειες. Η κατανάλωση ενός ή δύο ποτηριών γάλακτος σε ά­τοµα µε υπολακτασία συχνά προκαλεί µετεωρισµό, βορβορυγµούς, κοιλιακούς πόνους, αυξηµένη α­ποβολή αερίων από τον πρωκτό ή και διάρροια. Οι ασθενείς που λαµβάνουν φυτική δίαιτα ή δίαι­τα πλούσια σε άµυλο (όσπρια, ζυµαρικά) προσφέ­ρουν άφθονο υπόλειµµα για ζύµωση από την εντε­ρική χλωρίδα. Έχει επίσης αποδειχθεί ότι η φρου­κτόζη και η σορβιτόλη, που αποτελούν τα σάκχα­ρα των φρούτων και χρησιµοποιούνται σαν γλυ­καντικές ουσίες σε αναψυκτικά, απορροφούνται ατελώς από το λεπτό έντερο του ανθρώπου. Οι ασθενείς που επιδίδονται σε φρουτο­φαγία ή καταναλώνουν καθηµερινά σηµαντικές ποσότητες αναψυκτικών, µπορεί να παρουσιάζουν αίσθηµα κοιλιακής διάτασης και αυξηµένη απο­βολή αερίων από τον πρωκτό. Η συχνή κατανά­λωση αεριούχων ποτών (µπύρα) και αναψυκτικών (πορτοκαλάδες, σόδα) προκαλεί επίσης αίσθηµα µετεωρισµού, άφθονες ερυγές και συχνά αυξηµέ­νη αποβολή αερίων από τον πρωκτό. Τέλος, η συ­χνή µάσηση µαστίχας, η κακή εφαρµογή τεχνη­τών οδοντοστοιχιών σε ηλικιωµένα άτοµα και το κάπνισµα συµβάλλουν στην ακούσια κατάποση ατµοσφαιρικού αέρα.

Τι ευρήματα έχουμε από την κλινική εξέταση του ασθενούς με μετεωρισμό

ΜΕΤΕΩΡΙΣΜΟΣ5Στη διάρκεια της λήψης του ιστορικού ο γιατρός πρέπει να επισκοπεί προσεκτικά τον ασθενή και να επισηµαίνει στοιχεία ψυχογενών διαταραχών, όπως συχνοί αναστεναγµοί και ερυγές. Το σχήµα και το µέγεθος της κοιλίας πρέπει να επισκοπείται σε ύ­πτια θέση µε τον ασθενή σε απόλυτη ηρεµία. Υποµ­φαλική προπέτεια µπορεί να είναι συµβατή µε κύη­ση 4-5 µηνών. Βατραχοειδής διόγκωση της κοιλίας υποδηλώνει ασκίτη. Αν η κοιλιακή διόγκωση συνο­δεύεται από επίφλεβο και ηπατικές παλάµες ο α­σθενής πάσχει από κίρρωση του ήπατος ή ηπάτωµα σε έδαφος κιρρώσεως. Σηµαντικού βαθµού λόρδω­ση της οσφυϊκής µοίρας της σπονδυλικής στήλης, ώστε να χωράει η παλάµη του εξεταστή µεταξύ της κλίνης και της οσφυϊκής µοίρας της σπονδυλικής στήλης, ανευρίσκεται σε ψευδοκύηση. Ορατός πε­ρισταλτισµός απαντά σε χρόνια απόφραξη της εξό­δου του στοµάχου, διαβητική γαστροπάρεση, κο­πρόσταση και ατελή εντερική ψευδοαπόφραξη.

Κατά την ψηλάφηση το µέγεθος και η σύσταση του ήπατος και του σπληνός πρέπει να καθορίζο­νται µε ακρίβεια. Μεγάλη διόγκωση του ήπατος ανευρίσκεται στο ηπάτωµα και του σπληνός στη χρόνια λεµφοβλαστική λευχαιµία και τη µυελο­σκλήρυνση. Η ψηλάφηση πρέπει να περιλάβει τον έλεγχο ευµέγεθων ενδοκοιλιακών µαζών και το µέ­γεθος της µήτρας.

Η επίκρουση της κοιλίας παρέχει σηµαντικά στοιχεία, σε ασθενείς που παραπονούνται για αί­σθηµα κοιλιακής διάτασης. Αµβλύς ήχος (συµπα­γής διόγκωση) απαντά σε συλλογή ασκιτικού υγρού και σε ευµεγέθεις ενδοκοιλιακές µάζες. Αυξηµένη τυµπανικότητα, εκτός της περιο­χής του επιγαστρίου, υποδηλώνει αεροπλήθεια των κοίλων σπλάγχνων. Σε ατελή ειλεό ανευ­ρίσκονται υψηλής συχνότητας, µεταλλικής απή­χησης εντερικοί ήχοι κατά την ακρόαση της κοι­λίας.

Η εξέταση κατά συστήµατα δεν πρέπει ποτέ να παραλείπεται. Διόγκωση περιφερικών λεµφα­δένων µπορεί να υποδηλώνει µεταστατική νόσο ή χρόνια λεµφοβλαστική λευχαιµία. Οµότιµη µείω­ση του αναπνευστικού ψιθυρίσµατος ή και συρίτ­τοντες ρόγχοι υποδηλώνουν χρόνια αναπνευστική ανεπάρκεια. Διόγκωση των σφαγιτίδων και καρ­διακά φυσήµατα απαντούν σε καρδιακή ανεπάρ­κεια.

Ποιες εργαστηριακές εξετάσεις κάνουμε σε ασθενείς με μετεωρισμό

Όταν η κλινική εκτίµηση παρέχει σαφή στοιχεία για τη διάγνωση ψυχογενούς, λειτουργικής ή διαι­τητικής αιτιολογίας αισθήµατος µετεωρισµού, η εργαστηριακή διερεύνηση του ασθενούς δεν είναι απαραίτητη. Παρόλα αυτά, η διενέργεια απλών ερ­γαστηριακών εξετάσεων, όπως η γενική εξέταση αίµατος, η ΤΚΕ, τα λευκώµατα ορού, η γλυκόζη αί­µατος και η εξέταση των κοπράνων για λίπος και αιµοσφαιρίνη δηµιουργούν αίσθηµα ασφάλειας στο γιατρό και τον ασθενή, µε τον αποκλεισµό νοση­µάτων όπως ο σακχαρώδης διαβήτης, νοσηµάτων που εκδηλώνονται µε σύνδροµο δυσαπορρόφησης και νεοπλασµάτων που προκαλούν χρόνια απώλεια αίµατος από τον πεπτικό σωλήνα.

Ο τυπικός έλεγχος µπορεί να συµπληρωθεί µε το υπερηχογράφηµα άνω και κάτω κοιλίας. Το υ­περηχογράφηµα είναι ευαίσθητη µέθοδος για την ανάδειξη ελεύθερου περιτοναϊκού υγρού, ενδοκοι­λιακών κύστεων και όγκων.

Η απλή ακτινογραφία κοιλίας σε όρθια θέση παρέχει σηµαντικές πληροφορίες σε ασθενείς µε κοιλιακή διάταση και αυξηµένη τυµπανικότητα κατά την επίκρουση. Το συγγενές µεγάκολον, η συστροφή του σιγµοειδούς και το σύνδροµο ατε­λούς εντερικής ψευδοαπόφραξης παρέχουν χαρακτηριστικές εικόνες διάτασης του παχέος ή και του λεπτού εντέρου µε υδραερικά επίπεδα.

Ανάλογα µε τα στοιχεία που παρέχει το ιστορι­κό και η αντικειµενική εξέταση µπορεί να διενερ­γηθούν κατευθυνόµενες, εξειδικευµένες εξετά­σεις,όπως π.χ. η δοκιµασία κυήσεως (µέτρηση χο­ριακής γοναδοτροπίνης), η γαστροσκόπηση για τον αποκλεισµό πεπτικής ή νεοπλασµατικής στένωσης της εξόδου του στοµάχου, η µέτρηση του λίπους των κοπράνων για τον αποκλεισµό συνδρόµου δυσα­πορρόφησης.

Η ραδιοϊσοτοπική µελέτη του ρυθµού κενώσε­ως του στοµάχου, µετά από σήµανση της στερεάς και της υγρής φάσης µε ραδιενεργό τεχνήτιο (99m­Tc) και ίνδιο αντίστοιχα, προσφέ­ρει τη δυνατότητα διερεύνησης του βαθµού, αλλά όχι του αίτιου, της γαστρικής στάσης.

Η ενδοαυλική αντιστασιοµετρία (impedance) του οισοφάγου παρέχει τη δυνατότητα µελέτης του µηχανισµού των ερυγών, δηλαδή αν προέρχονται από αέρα από τον αεροθάλαµο του στοµάχου ή από τον οισοφάγο.

Η µέτρηση της πυκνότητας του εκπνεόµενου υ­δρογόνου  αποτελεί άριστη µέ­θοδο διερεύνησης δυσαπορρόφησης υδατανθράκων. Στον ασθενή χορηγείται ο υπό εξέταση υδατάνθρα­κας (π.χ. λακτόζη) σε υδατικό διάλυµα και µετρείται κάθε 15 ή 30 λεπτά η πυκνότητα του εκπνεόµενου υδρογόνου. Αύξηση της πυκνότητας υδρογόνου µε­γαλύτερη από 20ppm στις 2-3 ώρες αποτελεί απόδει­ξη δυσαπορρόφησης υδατανθράκων.